erosive

[US]/ɪ'rəʊsɪv/
[UK]/ɪ'rosɪv/
Frequency: Very High

Translation

adj. ικανό να επιδραστεί; προκαλούντα επιδράσεις; κοροσικό

Example Sentences

agent-erosive, such as mustard gas and Lewisite gas.

αντιπυρικά ουσιαστικά, όπως το χυμός μελιτζάνας και το αέριο Lewisite.

the erosive effect of ocean waves on the shoreline.

η αποσυνθετική επίδραση των κυμάτων της θάλασσας στην ακτή.

Ineffective esophageal motility in gastroesophageal erosive reflux disease and in nonerosive reflux disease: Are they different?

Ανεπαρκής κινητικότητα του οισοφάγου στη γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσο με έλκη και στη μη παλινδρομική νόσο: Είναι διαφορετικές;

erosive effects of acid rain

αποσυνθετικές επιδράσεις των όξινων βροχών

erosive power of the ocean waves

η αποσυνθετική δύναμη των κυμάτων της θάλασσας

erosive behavior of certain chemicals

η αποσυνθετική συμπεριφορά ορισμένων χημικών ουσιών

erosive impact of wind on rock formations

η αποσυνθετική επίδραση του αέρα στις πετρώματα

erosive nature of certain soils

η αποσυνθετική φύση ορισμένων εδαφών

erosive forces shaping the landscape

οι αποσυνθετικές δυνάμεις που σχηματίζουν το τοπίο

erosive properties of volcanic ash

τα αποσυνθετικά χαρακτηριστικά του πυρικού σκόνης

erosive effect of glaciers on mountains

η αποσυνθετική επίδραση των γλαχών στα βουνά

erosive impact of time on ancient artifacts

η αποσυνθετική επίδραση του χρόνου στα αρχαία αντικείμενα

erosive force of a fast-flowing river

η αποσυνθετική δύναμη ενός γρήγορου ποταμού

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now