excavations

[US]/ˌɛkskəˈveɪʃənz/
[UK]/ˌɛkskəˈveɪʃənz/
Frequency: Very High

Translation

n. η δραστηριότητα η οποία αποτελεί την ανασκαφή ή αφαίρεση γης; το χρονικό διάστημα της ανασκαφής αρχαϊκών αρτεφάκτων; ένας τόπος που έχει ανασκαφεί

Phrases & Collocations

archaeological excavations

αρχαιολογικές ανασκαφές

site excavations

ανασκαφές του χώρου

excavations reveal

οι ανασκαφές αποκαλύπτουν

excavations ongoing

οι ανασκαφές συνεχίζονται

excavations completed

οι ανασκαφές ολοκληρώθηκαν

excavations uncovered

οι ανασκαφές αποκάλυψαν

excavations conducted

διεξήχθησαν ανασκαφές

excavations findings

τα αποτελέσματα των ανασκαφών

excavations planned

προγραμματισμένες ανασκαφές

excavations results

αποτελέσματα ανασκαφών

Example Sentences

the excavations revealed ancient artifacts.

Οι ανασκαφές έδειξαν αρχαία αντικείμενα.

excavations can provide valuable historical insights.

Οι ανασκαφές μπορεί να παρέχουν αξιόλογες ιστορικές υποδείξεις.

scientists conducted excavations at the old site.

Οι επιστήμονες έγιναν ανασκαφές στο παλιό χώρο.

the excavations were halted due to bad weather.

Οι ανασκαφές διακόπηκαν λόγω κακοκαιρίας.

excavations often uncover unexpected discoveries.

Οι ανασκαφές συχνά αποκαλύπτουν απροσδόκητες ανακαλύψεις.

they documented every detail of the excavations.

Εγγράφησαν κάθε λεπτομέρεια των ανασκαφών.

excavations require careful planning and execution.

Οι ανασκαφές απαιτούν προσεκτικό σχεδιασμό και εκτέλεση.

local volunteers assisted with the excavations.

Τα τοπικά εθελοντικά προσφέρθηκαν στις ανασκαφές.

the excavations uncovered a lost civilization.

Οι ανασκαφές αποκάλυψαν μια χαμένη πολιτισμό.

excavations can be time-consuming and labor-intensive.

Οι ανασκαφές μπορεί να είναι χρονοβόρες και εργατικά συγκεντρωμένες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now