excruciate

[US]/ɪkˈskruːʃieɪt/
[UK]/ɪkˈskruːʃieɪt/

Translation

vt. να προκαλέσει σοβαρό πόνο ή βασανισμό; να προκαλέσει έντονη ψυχική αγχωση
Word Forms
Third Person Singularexcruciates
Present Participleexcruciating
Past Tenseexcruciated
Past Participleexcruciated

Phrases & Collocations

excruciate pain

πονος που προκαλεί αγχωση

excruciate suffering

πάσχοντας από πόνο

excruciate agony

αγχωση που προκαλεί πόνο

excruciate torment

τρομερος πόνος

excruciate distress

παρεμποδισμός που προκαλεί αγχωση

excruciate anxiety

αγχωση που προκαλεί πόνο

excruciate grief

λύπη που προκαλεί πόνο

excruciate remorse

πενιχρότητα που προκαλεί πόνο

excruciate torture

πονος από βία

excruciate anguish

αγχωση που προκαλεί πόνο

Example Sentences

his injuries excruciate him every day.

τα τραύματά του τον ενοχλούν πολύ κάθε μέρα.

the thought of losing her excruciates him.

η σκέψη να τη χάσει τον ξεπερνάει.

she felt excruciating pain after the accident.

αισθάνταν πολύ έντονο πόνο μετά το ατύχημα.

the wait for the results was excruciating.

η περίμενε για τα αποτελέσματα ήταν πολύ δύσκολη.

he had an excruciating headache that wouldn't go away.

είχε ένα πολύ έντονο πρίγκιπα που δεν έπαυε να αισθάνεται.

watching her suffer was excruciating for him.

να τη βλέπει να πάσχει ήταν πολύ δύσκολο για αυτόν.

the excruciating details of the story haunted him.

τα πολύ έντονα λεπτομέρια της ιστορίας τον συντροφεύαν.

they endured excruciating conditions during their journey.

αντέχαν πολύ δύσκολες συνθήκες κατά τη διάρκεια της ταξιδιού τους.

her excruciating decision left her in tears.

η πολύ δύσκολη απόφασή της την έκανε να κλάει.

the excruciating silence filled the room.

το πολύ έντονο σιωπηλό γέμισε το δωμάτιο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now