excruciated pain
παρασκευασμένος πόνος
excruciated cries
παρασκευασμένες κραυγές
excruciated emotions
παρασκευασμένες συναισθήσεις
excruciated silence
παρασκευασμένη σιωπή
excruciated heart
παρασκευασμένο καρδιά
excruciated thoughts
παρασκευασμένες σκέψεις
excruciated soul
παρασκευασμένα πνεύμα
excruciated moments
παρασκευασμένα χρονικά διαστήματα
excruciated laughter
παρασκευασμένη γέλιο
excruciated journey
παρασκευασμένη ταξίδι
he excruciated over the decision for weeks.
είχε να ανεχθεί την απόφαση για εβδομάδες.
she felt excruciated by the pain of loss.
αισθάνθηκε να την προσβάλλει η πόνος της απώλειας.
the excruciated cries of the injured were heard.
τα κραυγάλες των τραυματισμένων ακούστηκαν.
he was excruciated by guilt after the incident.
τον προσβάλλε η συνείδησή του μετά το περιστατικό.
she excruciated in silence, hiding her feelings.
ανεχόταν σιωπηλά, κρατώντας τα συναισθήματά της κρυμμένα.
the thought of failure excruciated him.
το σκεπτικό της αποτυχίας τον προσβάλλε.
he excruciated over the loss of his childhood.
είχε να ανεχθεί την απώλεια της παιδικής του ηλικίας.
she was excruciated by the harsh criticism.
την προσβάλλε η αυστηρή κριτική.
the excruciated expression on his face was evident.
το πρόσωπό του είχε ένα εμφανές πονερό πρόσωπο.
he excruciated himself with endless questions.
τον προσβάλλε με άπειρες ερωτήσεις.
excruciated pain
παρασκευασμένος πόνος
excruciated cries
παρασκευασμένες κραυγές
excruciated emotions
παρασκευασμένες συναισθήσεις
excruciated silence
παρασκευασμένη σιωπή
excruciated heart
παρασκευασμένο καρδιά
excruciated thoughts
παρασκευασμένες σκέψεις
excruciated soul
παρασκευασμένα πνεύμα
excruciated moments
παρασκευασμένα χρονικά διαστήματα
excruciated laughter
παρασκευασμένη γέλιο
excruciated journey
παρασκευασμένη ταξίδι
he excruciated over the decision for weeks.
είχε να ανεχθεί την απόφαση για εβδομάδες.
she felt excruciated by the pain of loss.
αισθάνθηκε να την προσβάλλει η πόνος της απώλειας.
the excruciated cries of the injured were heard.
τα κραυγάλες των τραυματισμένων ακούστηκαν.
he was excruciated by guilt after the incident.
τον προσβάλλε η συνείδησή του μετά το περιστατικό.
she excruciated in silence, hiding her feelings.
ανεχόταν σιωπηλά, κρατώντας τα συναισθήματά της κρυμμένα.
the thought of failure excruciated him.
το σκεπτικό της αποτυχίας τον προσβάλλε.
he excruciated over the loss of his childhood.
είχε να ανεχθεί την απώλεια της παιδικής του ηλικίας.
she was excruciated by the harsh criticism.
την προσβάλλε η αυστηρή κριτική.
the excruciated expression on his face was evident.
το πρόσωπό του είχε ένα εμφανές πονερό πρόσωπο.
he excruciated himself with endless questions.
τον προσβάλλε με άπειρες ερωτήσεις.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now