exculpation

[US]/ˌɛks.kʌlˈpeɪ.ʃən/
[UK]/ˌɛks.kəlˈpeɪ.ʃən/
Frequency: Very High

Translation

n. η πράξη της απελευθέρωσης από ευθύνη ή ελάττωμα; η νομική απολογιστική απαλλαγή από την ευθύνη
Word Forms

Phrases & Collocations

legal exculpation

νομική απολογία

exculpation of guilt

απολογία για ενοχή

exculpation evidence

στοιχεία απολογίας

exculpation process

διαδικασία απολογίας

complete exculpation

πλήρης απολογία

exculpation claim

αίτημα απολογίας

exculpation statement

δήλωση απολογίας

exculpation defense

άμυνα απολογίας

exculpation ruling

απόφαση απολογίας

exculpation argument

επιχείρημα απολογίας

Example Sentences

his exculpation was based on new evidence presented in court.

η απολογία του βασιζόταν σε νέα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστικό όργανο.

she sought exculpation for her actions during the incident.

αναζήτησε απολογία για τις πράξεις της κατά τη διάρκεια του περιστατικού.

the lawyer argued for the exculpation of his client.

ο δικηγόρος υπερασπίστηκε την απολογία του πελάτη του.

exculpation from the charges was a huge relief for him.

η απολογία από τις κατηγορίες ήταν μεγάλη ανακούφιση για εκείνον.

after the investigation, the exculpation was clear.

μετά την έρευνα, η απολογία ήταν σαφής.

his exculpation came as a surprise to many.

η απολογία του έκανε πολλούς να εκπλαγούν.

the evidence led to her exculpation in the case.

τα στοιχεία οδήγησαν στην απολογία της στην υπόθεση.

they hoped for exculpation after the new testimony.

ελπίζαν για απολογία μετά τη νέα μαρτυρία.

his exculpation was celebrated by his supporters.

η απολογία του συγχαρμένη από τους υποστηρικτές του.

exculpation is often difficult to achieve in complex cases.

η απολογία είναι συχνά δύσκολο να επιτευχθεί σε πολύπλοκες περιπτώσεις.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now