excused absence
δικαιολογημένη απουσία
excused from
απαλλοτρευμένος από
excused lateness
απαλλοτρευμένη κατυπνιά
excused duty
απαλλοτρευμένη υποχρέωση
excused students
απαλλοτρευμένοι φοιτητές
excused from class
απαλλοτρευμένος από την τάξη
excused behavior
απαλλοτρευμένη συμπεριφορά
excused absence policy
πολιτική απουσίας απαλλοτρεύσεως
excused from work
απαλλοτρευμένος από την εργασία
excused tardiness
απαλλοτρευμένη καθυστέρηση
she excused herself from the meeting early.
εξέφρασε την απολογία της για την νωρίς αποχώρηση από τη συνεδρίαση.
he was excused from his duties due to illness.
του επιτράπηκε να μην εργαστεί λόγω ασθένειας.
the teacher excused the students for their late arrival.
ο δάσκαλος επιτρέπει στους μαθητές να έρχονται αργά.
can you please excuse my absence?
μπορείτε να με συγχωρέσετε για την απουσία μου;
she excused her friend's behavior as being tired.
εξέφρασε την απολογία της για τη συμπεριφορά της φιλίας της ως αποτέλεσμα της κόπωσης.
he was excused from the exam because of a family emergency.
του επιτράπηκε να μην παρακολουθήσει το εξεταστικό λόγω οικογενειακής κρίσης.
the manager excused the team for missing the deadline.
ο διευθυντής επιτρέπει στην ομάδα να διαχειριστεί την παράβαση της προθεσμίας.
she excused herself to take a phone call.
εξέφρασε την απολογία της για να πάρει μια τηλεφωνική κλήση.
they were excused from the assignment for legitimate reasons.
τους επιτράπηκε να μην ασχοληθούν με την εργασία για νομικούς λόγους.
he excused his lateness by saying there was traffic.
εξέφρασε την απολογία του για την καθυστέρηση λέγοντας ότι υπήρχε κυκλοφορία.
excused absence
δικαιολογημένη απουσία
excused from
απαλλοτρευμένος από
excused lateness
απαλλοτρευμένη κατυπνιά
excused duty
απαλλοτρευμένη υποχρέωση
excused students
απαλλοτρευμένοι φοιτητές
excused from class
απαλλοτρευμένος από την τάξη
excused behavior
απαλλοτρευμένη συμπεριφορά
excused absence policy
πολιτική απουσίας απαλλοτρεύσεως
excused from work
απαλλοτρευμένος από την εργασία
excused tardiness
απαλλοτρευμένη καθυστέρηση
she excused herself from the meeting early.
εξέφρασε την απολογία της για την νωρίς αποχώρηση από τη συνεδρίαση.
he was excused from his duties due to illness.
του επιτράπηκε να μην εργαστεί λόγω ασθένειας.
the teacher excused the students for their late arrival.
ο δάσκαλος επιτρέπει στους μαθητές να έρχονται αργά.
can you please excuse my absence?
μπορείτε να με συγχωρέσετε για την απουσία μου;
she excused her friend's behavior as being tired.
εξέφρασε την απολογία της για τη συμπεριφορά της φιλίας της ως αποτέλεσμα της κόπωσης.
he was excused from the exam because of a family emergency.
του επιτράπηκε να μην παρακολουθήσει το εξεταστικό λόγω οικογενειακής κρίσης.
the manager excused the team for missing the deadline.
ο διευθυντής επιτρέπει στην ομάδα να διαχειριστεί την παράβαση της προθεσμίας.
she excused herself to take a phone call.
εξέφρασε την απολογία της για να πάρει μια τηλεφωνική κλήση.
they were excused from the assignment for legitimate reasons.
τους επιτράπηκε να μην ασχοληθούν με την εργασία για νομικούς λόγους.
he excused his lateness by saying there was traffic.
εξέφρασε την απολογία του για την καθυστέρηση λέγοντας ότι υπήρχε κυκλοφορία.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now