| Plural | exorcisms |
perform an exorcism
να εκτελέσει ένα εξορχίδιο
exorcism ritual
ρίτουαλ εξορχίδιο
exorcism performed by a priest
εξοργισμός που πραγματοποιεί ένας παπάς
exorcism to banish evil spirits
εξοργισμός για να απωθήσει τα πονηρά πνεύματα
exorcism used to cleanse a haunted house
εξοργισμός που χρησιμοποιείται για να καθαρίσει μια παρασιτεμένη σπίτι
perform an exorcism
να εκτελέσει ένα εξορχίδιο
exorcism ritual
ρίτουαλ εξορχίδιο
exorcism performed by a priest
εξοργισμός που πραγματοποιεί ένας παπάς
exorcism to banish evil spirits
εξοργισμός για να απωθήσει τα πονηρά πνεύματα
exorcism used to cleanse a haunted house
εξοργισμός που χρησιμοποιείται για να καθαρίσει μια παρασιτεμένη σπίτι
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now