exulted

[US]/ɪɡˈzʌltɪd/
[UK]/ɪɡˈzʌltɪd/
Frequency: Very High

Translation

v. να δείχνει ή να αισθάνεται ζωηρή ή νικηφόρη χαρά

Phrases & Collocations

exulted in victory

συγχαρημένος στη νίκη

exulted at success

συγχαρημένος για την επιτυχία

exulted over triumph

συγχαρημένος πάνω από τη νίκη

exulted with joy

συγχαρημένος με χαρά

exulted in achievement

συγχαρημένος στην επίτευξη

exulted in praise

συγχαρημένος στην επαίνεση

exulted at news

συγχαρημένος για τα νέα

exulted in glory

συγχαρημένος στη δόξα

exulted in freedom

συγχαρημένος στην ελευθερία

exulted at victory

συγχαρημένος για τη νίκη

Example Sentences

she exulted in her victory at the competition.

έχοντας χαρά από τη νίκη της στον αγώνα.

the team exulted after winning the championship.

η ομάδα έχονταν χαρά μετά τη νίκη τους στο πρωτάθλημα.

they exulted over the news of their promotion.

έχονταν χαρά από τις ειδήσεις για την αναβάθμισή τους.

he exulted at the birth of his first child.

έχονταν χαρά από τη γέννηση του πρώτου του παιδιού.

we exulted in the beauty of the sunset.

έχονταν χαρά από την όμορφη ηλιοθερμία.

the crowd exulted as the fireworks lit up the sky.

Ο κόσμος χαίρονταν όταν τα πυροτεχνήματα έκαναν τον ουρανό να αναβοσβήνει.

she exulted in the success of her project.

έχονταν χαρά από την επιτυχία του της έργου της.

he exulted with joy when he received the award.

έχονταν χαρά με χαρά όταν του έδωσαν την προμήθεια.

they exulted in their reunion after many years.

έχονταν χαρά από την επανενωσή τους μετά από πολλά χρόνια.

the students exulted upon finishing their exams.

τα μαθητές έχονταν χαρά μετά την ολοκλήρωση των εξετάσεών τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now