faculties

[US]/ˈfæk.əl.tiz/
[UK]/ˈfæk.əl.tiz/
Frequency: Very High

Translation

n. ικανότητες ή δυνάμεις του νου ή του σώματος; το προσωπικό διδασκαλίας σε ένα εκπαιδευτικό ιδρύμα; δεξιότητες ή τεχνικές; ένα ακαδημαϊκό τμήμα ή τμήμα.

Phrases & Collocations

mental faculties

ψυχικές δυνατότητες

faculty members

μέλη του προσωπικού

faculty of arts

σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών

faculty of science

σχολή Επιστημών

faculty development

ανάπτυξη του προσωπικού

faculty meetings

συνεδριάσεις του προσωπικού

faculty resources

πόροι του προσωπικού

faculty training

εκπαίδευση του προσωπικού

faculty awards

βραβεία του προσωπικού

faculty policies

πολιτικές του προσωπικού

Example Sentences

she has impressive faculties in mathematics.

έχει εντυπωσιακές δυνατότητες στα μαθηματικά.

his faculties of perception are quite sharp.

τα αισθητικά του όργανα είναι αρκετά αισθητικά.

the university is known for its diverse faculties.

το πανεπιστήμιο είναι γνωστό για τις διαφορετικές του δυνατότητες.

they are enhancing their faculties through training.

ενισχύουν τις δυνατότητες τους μέσω εκπαίδευσης.

her faculties were challenged by the complex problem.

τα δυνατότητα της προκλήθηκαν από το πολύπλοκο πρόβλημα.

he is developing his faculties in creative writing.

αναπτύσσει τις δυνατότητες του στη δημιουργική γραφή.

the faculties of the mind are essential for learning.

οι δυνατότητες του νου είναι απαραίτητες για τη μάθηση.

she utilizes all her faculties to solve the puzzle.

χρησιμοποιεί όλες τις δυνατότητες της για να λύσει το γρίφο.

his faculties were impaired after the accident.

τα δυνατότητα του παρασκευάστηκαν μετά το ατύχημα.

the school encourages students to develop their faculties.

το σχολείο ενθαρρύνει τους μαθητές να αναπτύξουν τις δυνατότητες τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now