faintings

[US]/'fentɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. η απώλεια της συνειδησης; η απώλεια της αισθητηριότητας
v. να χάνει τη συνειδηση; να πέφτει σε αναίσθηση

Example Sentences

The fainting victim came to.

Η θύμα του απώλειας τής συνειδήσεως έκανε την εμφάνισή της.

the fires were fainting there.

τα πυρκαγιά ήταν απώλεια τής συνειδήσεως εκεί.

She collapsed in a fainting spell.

Πέσε ένα στιγμή απώλειας τής συνειδήσεως.

He experienced a fainting episode during the concert.

Είχε μια επιστροφή απώλειας τής συνειδήσεως κατά τη διάρκεια του συναυλίας.

The heat caused her to feel faint.

Η θερμότητα την έκανε να αισθανθεί απώλεια τής συνειδήσεως.

The sight of blood makes him prone to fainting.

Η όραση αίματος τον κάνει ευάλωτο σε απώλεια τής συνειδήσεως.

The doctor diagnosed her fainting as a result of low blood pressure.

Ο γιατρός διαγνώστηκε την απώλεια τής συνειδήσεως της ως αποτέλεσμα της χαμηλής πίεσης του αίματος.

She felt a wave of dizziness before fainting.

Αισθάνταν μια κύμα παρασκευής πριν από την απώλεια τής συνειδήσεως.

He fainted from the shock of the news.

Πέσε από το σοκ των νέων.

Fainting can be a symptom of various medical conditions.

Η απώλεια τής συνειδήσεως μπορεί να είναι ένα συμπτώμα διαφόρων ιατρικών καταστάσεων.

The sudden drop in blood sugar levels caused her fainting spell.

Η απότομη πτώση των επιπέδων του σακχαρικού της αίματος προκάλεσε την απώλεια τής συνειδήσεως της.

She felt lightheaded and on the verge of fainting.

Αισθάνταν ελαφριά και στην άκρη της απώλειας τής συνειδήσεως.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now