family

[US]/'fæməli/
[UK]/ˈfæməli/
Frequency: Very High

Translation

n. μια ομάδα ανθρώπων που συνδέονται με το αίμα ή το γάμο, ζώντας μαζί ή σε κοντινή απόσταση· μια οικιακή ομάδα που αποτελείται από γονείς και τα παιδιά τους
adj. που αφορά μια οικογένεια ή τα μέλη της· σχεδιασμένο να είναι κατάλληλο για όλη την οικογένεια
Word Forms
Pluralfamilies

Phrases & Collocations

nuclear family

πυρηνική οικογένεια

extended family

μεγάλη οικογένεια

family values

οικογενειακές αξίες

family time

ώρα με την οικογένεια

family support

οικογενειακή υποστήριξη

family bond

οικογενειακός δεσμός

family gathering

οικογενειακή συγκέντρωση

family planning

οικογενειακός προγραμματισμός

family member

μέλος της οικογένειας

family life

οικογενειακή ζωή

whole family

ολόκληρη η οικογένεια

happy family

χαρούμενη οικογένεια

big family

μεγάλη οικογένεια

family education

οικογενειακή εκπαίδευση

family history

οικογενειακή ιστορία

family business

οικογενειακή επιχείρηση

family name

οικογενειακό όνομα

royal family

βασιλική οικογένεια

family background

οικογενειακό υπόβαθρο

family reunion

οικογενειακή επανασύνδεση

family income

οικογενειακό εισόδημα

family tree

γενεαλογικό δέντρο

good family

καλή οικογένεια

family room

σαλόνι

family structure

οικογενειακή δομή

start a family

αρχίστε μια οικογένεια

Example Sentences

a family of Cestoda.

μια οικογένεια Cestoda.

the family of human beings.

η οικογένεια των ανθρώπων.

there was no acknowledgement of the family's trauma.

δεν υπήρχε αναγνώριση του τραύματος της οικογένειας.

their advocacy of family values.

η υπεράσπιση των αξιών της οικογένειας.

the family's ancestral home.

το αρχαίο σπίτι της οικογένειας.

a perfect family getaway.

μια τέλεια οικογενειακή απόδραση.

the illusion of family togetherness.

η ψευδαίσθηση της οικογενειακής συνοχής.

a family of peasant origin.

μια οικογένεια αγροτικής καταγωγής.

the pony was a family pet.

το μικρό άλογο ήταν κατοικίδιο της οικογένειας.

the maintenance of family traditions.

η διατήρηση των οικογενειακών παραδόσεων.

the family was in a poor way.

η οικογένεια ήταν σε άσχημη κατάσταση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now