n. πληθυσμός του πατέρα; ο πατέρας; οι πρόγονοι; οι παπούδες στις Καθολικές και Ορθόδοξες εκκλησίες; ο Θεός ως πατρικό σχήμα v. να είναι πατέρας; να φροντίζει; να ιδρύει; να αναλαμβάνει ευθύνη
Popular Words
Explore frequently searched vocabulary
Download App to Unlock Full Content
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!