fatties

[US]/ˈfætiːz/
[UK]/ˈfætiːz/
Frequency: Very High

Translation

n. (παραβλεπτικό) πλ. του fatty; αναφέρεται σε άτομα με παχυσαρκία

Phrases & Collocations

big fatties

μεγάλοι παχύς

fatty foods

παχύτερα τρόφιμα

fancy fatties

παχύτερα με πολυτελείς

happy fatties

χαρούμενοι παχύς

little fatties

μικροί παχύς

lazy fatties

αδιάφοροι παχύς

cute fatties

χαριτωμένοι παχύς

silly fatties

αστείοι παχύς

sneaky fatties

παχύτερα με προσεκτικότητα

chubby fatties

παχύτερα με μικρή σωματική μάζα

Example Sentences

fatties often struggle with their weight.

Οι ανθρωποί με υπερβάρος συχνά αγωνιούνται με το βάρος τους.

many fatties enjoy eating comfort food.

Πολλοί ανθρωποί με υπερβάρος απολαμβάνουν να τρώνε φαγητό που τους δίνει αναστολή.

fatties can still lead active lifestyles.

Οι ανθρωποί με υπερβάρος μπορούν ακόμα να ζήσουν ενεργά.

some people unfairly judge fatties.

Κάποιοι άνθρωποι κατακρίνουν αντικατοπτρικά τους ανθρώπους με υπερβάρος.

fatties often face social stigma.

Οι ανθρωποί με υπερβάρος συχνά αντιμετωπίζονται με κοινωνική απόρριψη.

fatties can be healthy if they exercise regularly.

Οι ανθρωποί με υπερβάρος μπορούν να είναι υγιείς αν ασκούνται κανονικά.

fatties should not be shamed for their appearance.

Οι ανθρωποί με υπερβάρος δεν πρέπει να αποκαλούνται για την εμφάνισή τους.

many fatties are proud of their bodies.

Πολλοί ανθρωποί με υπερβάρος είναι χαρούμενοι για τα σώματά τους.

fatties can enjoy a variety of sports.

Οι ανθρωποί με υπερβάρος μπορούν να απολαμβάνουν ποικιλία αθλημάτων.

fatties often have unique fashion styles.

Οι ανθρωποί με υπερβάρος συχνά έχουν μοναδικά στυλ μόδας.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now