feet

[US]/fiːt/
[UK]/fiːt/
Frequency: Very High

Translation

n. πληθυσμός του foot; μονάδα μέτρησης ίση με 12 ίντσες; χαρακτηριστικό ή αδυναμία χαρακτήρα
v. να πέσει στα πόδια κάποιου; να είναι αφοσιωμένος σε κάποιον; να είναι ασχολημένος; να βγει από δυσκολίες; να μετατρέψει μια κρίση σε ασφάλεια; να έχει τύχη; να χάσει τη συνειδησία του; να σταθεί; να ανακτήσει την ευημερία; να βγει από ένα χαμηλό σημείο; να καθίσει ή να αναπαυτεί αναπαύση; να μπλοκάρει το δρόμο κάποιου; να εμποδίσει τη δουλειά κάποιου
adj. πρακτικός; γερμανικός
Word Forms
Pluralfeets

Phrases & Collocations

cold feet

κρύα πόδια

two left feet

δύο αριστερά πόδια

on my feet

στα πόδια μου

feet first

πρώτα τα πόδια

bare feet

γυμνά πόδια

happy feet

χαρούμενα πόδια

quick feet

γρήγορα πόδια

big feet

μεγάλα πόδια

wet feet

νεράτια πόδια

heavy feet

βαριά πόδια

Example Sentences

she has beautiful feet.

έχει όμορφα πόδια.

he stepped on my feet.

βήματα στα πόδια μου.

my feet are sore after the hike.

τα πόδια μου είναι μυαλωμένα μετά την περπάτηση.

they danced on their bare feet.

χορεύουν στα γυμνά τους πόδια.

she painted her toenails on her feet.

ζωγραφίζει τα νύχια της στα πόδια της.

he has big feet for his age.

έχει μεγάλα πόδια για την ηλικία του.

put your feet up and relax.

βάλε τα πόδια σου πάνω και χαλαρώσε.

she found a hole in her sock on her feet.

βρήκε ένα άνοιγμα στο παπούτσι της στα πόδια της.

he ran a marathon on his feet.

τρέχει μια μαραθώνια απόσταση στα πόδια του.

my feet are freezing in this weather.

τα πόδια μου είναι πολύ καταψυγμένα σε αυτό το καιρό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now