ferryings

[US]/ˈfɛrɪɪŋ/
[UK]/ˈfɛrɪɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. μεταφορά ανθρώπων ή αγαθών με πλοίο ή σκάφος; διαβατήριο νερού με πλοίο
n. ταχύτητα πτήσης μεταξύ αεροδρομίων

Phrases & Collocations

ferrying passengers

μεταφορά επιβατών

ferrying goods

μεταφορά αγαθών

ferrying vehicles

μεταφορά οχημάτων

ferrying supplies

μεταφορά προμηθειών

ferrying people

μεταφορά ανθρώπων

ferrying freight

μεταφορά φορτίου

ferrying services

μεταφορά υπηρεσιών

ferrying troops

μεταφορά στρατιωτικών δυνάμεων

ferrying animals

μεταφορά ζώων

ferrying cargo

μεταφορά φορτωμένων επιβατών

Example Sentences

the boat is ferrying passengers across the river.

το πλοίο μεταφέρει επιβάτες από την άλλη πλευρά του ποταμού.

they are ferrying supplies to the remote village.

μεταφέρουν προμήθειες στην απομακρυσμένη χωριό.

the service is ferrying cars to the island.

το υπηρεσία μεταφέρει αυτοκίνητα στην νήσο.

ferrying people to safety is our top priority.

η μεταφορά ανθρώπων σε ασφαλή περιοχή είναι η προτεραιότητα μας.

she enjoys ferrying her friends around the city.

αρέσει να μεταφέρει τους φίλους της στην πόλη.

the company specializes in ferrying goods internationally.

η εταιρεία ειδικεύεται στη μεταφορά προϊόντων διεθνώς.

ferrying tourists to the scenic spots is a popular business.

η μεταφορά τουριστών σε χωριστά τόπια είναι μια δημοφιλής επιχείρηση.

they are ferrying medical supplies to the disaster area.

μεταφέρουν ιατρικές προμήθειες στην περιοχή του καταστροφής.

the ferrying of students to school is organized by the district.

η μεταφορά μαθητών στο σχολείο είναι οργανωμένη από την περιοχή.

ferrying equipment to the site took several hours.

η μεταφορά εξοπλισμού στην τοποθεσία έπρεπε να διαρκέσει πολλές ώρες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now