fingerings

[US]/ˈfɪŋɡərɪŋ/
[UK]/ˈfɪŋɡərɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. η πράξη επαφής ή παίξιμο ενός όργανου με τα δάχτυλα; το μέθοδο ή τεχνική χρήσης των δαχτύλων για να παίξει ένα όργανο; λεπτό σύρμα ή νήμα

Phrases & Collocations

fingering technique

τεχνική δακτύλων

fingering chart

χάρτης δακτύλων

fingering pattern

πρότυπο δακτύλων

fingering method

μέθοδος δακτύλων

fingering exercise

άσκηση δακτύλων

fingering guide

οδηγός δακτύλων

fingering position

θέση δακτύλων

fingering system

σύστημα δακτύλων

fingering score

σκορ δακτύλων

fingering drill

προσομοίωση δακτύλων

Example Sentences

fingering the guitar strings takes practice.

Η τεχνική πατήματος των χορδών του κιθαριού απαιτεί πρακτική.

she is skilled at fingering the piano keys.

Είναι ικανή στην τεχνική πατήματος των πλήκτρων του πιανού.

fingering techniques can improve your playing.

Οι τεχνικές πατήματος μπορούν να βελτιώσουν την εκτέλεσή σας.

he demonstrated proper fingering for the scales.

Εμφάνισε τη σωστή τεχνική πατήματος για τις κλίμακες.

fingering is essential for playing wind instruments.

Η τεχνική πατήματος είναι απαραίτητη για την εκτέλεση αεροφωνικών όργανων.

learning fingering patterns can enhance your skills.

Η μάθηση προτύπων πατήματος μπορεί να βελτιώσει τις δεξιότητές σας.

fingering charts are useful for beginners.

Οι γραφικές παραστάσεις τεχνικής πατήματος είναι χρήσιμες για αρχηγόρις.

she practiced her fingering for hours.

Προσπάθησε για ώρες την τεχνική πατήματος της.

correct fingering helps prevent injuries.

Η σωστή τεχνική πατήματος βοηθά στην πρόληψη τραυματισμών.

he struggled with fingering during the performance.

Είχε δυσκολίες με την τεχνική πατήματος κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now