fingers

[US]/ˈfɪŋɡəz/
[UK]/ˈfɪŋɡərz/

Translation

n. πληθυσμός του δαχτύλου; ψηφία στο χέρι; εργαλείο με τύπο κομμωτήρα για την αφαίρεση ακαθαρσιών
v. τρίτη πρόσωπο του μορφωτικού του δαχτύλου; να παίξει αγγίζοντας με τα δάχτυλα

Phrases & Collocations

fingers crossed

τα δάχτυλα σταυρωμένα

point fingers

να δείχνει δαχτύλους

fingertips hurt

τα άκρα των δαχτύλων πονούσαν

count fingers

να μετρά δαχτύλια

cross fingers

σταυρώνω τα δάχτυλα

fingered the gun

αγγίζοντας το όπλο

fingers slipped

τα δάχτυλα έπεσαν

fingers stained

τα δάχτυλα είχαν ρύπανση

fingers twitched

τα δάχτυλα τρεμούσαν

Example Sentences

she crossed her fingers, hoping for good luck.

έκανε τα δάχτυλα της να διασταυρωθούν, ελπίζοντας σε καλή τύχη.

he pointed with his fingers at the distant mountain.

έδειχνε με τα δάχτυλα προς το απομακρυσμένο βουνό.

the pianist's fingers danced across the keys.

τα δάχτυλα του πιανιστή χορεύαν πάνω στα πλήκτρα.

my fingers were numb from the cold weather.

τα δάχτυλά μου ήταν αναισθητά λόγω του ψυχρού καιρού.

she counted on her fingers to solve the problem.

έκανε χρήση των δαχτύλων της για να λύσει το πρόβλημα.

he interlaced his fingers and waited patiently.

ένωσε τα δάχτυλα του και περίμενε υπομονετικά.

the child traced the letters with his fingers.

το παιδί έσχε τα γράμματα με τα δάχτυλα του.

she tapped her fingers nervously on the table.

έκανε νεύρικα χτυπήματα με τα δάχτυλα της στο τραπέζι.

he stained his fingers while working with paint.

χύνε τα δάχτυλά του ενώ εργαζόταν με χρώμα.

she gently massaged her temples with her fingers.

έκανε ήρεμο μασάζ στα χείλη της με τα δάχτυλά της.

he drummed his fingers on the steering wheel.

πατούσε τα δάχτυλά του στο τιμόνι.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now