fishwife

[US]/'fɪʃwaɪf/
[UK]/ˈfɪʃˌwaɪf/
Frequency: Very High

Translation

n. γυναίκα που κατηγορεί ή χρησιμοποιεί υβριστικούς όρους
Word Forms
Pluralfishwives

Example Sentences

She was screaming like a fishwife!

Η έκανε φωναχτικά όπως μια πωλήτρια ψαριών!

The fishwife was known for her sharp tongue and quick wit.

Η πωλήτρια ψαριών ήταν γνωστή για την αιχμηρή γλώσσα της και τη γρήγορη ευφυΐα της.

The fishwife skillfully gutted the fish for her customers.

Η πωλήτρια ψαριών αποτέμνει έξυπνα τα ψάρια για τους πελάτες της.

The fishwife's stall at the market was always bustling with customers.

Το πάγκο της πωλήτριας ψαριών στην αγορά ήταν πάντα συμπαγής με πελεκάδες.

The fishwife proudly displayed her fresh catch of the day.

Η πωλήτρια ψαριών είδε με χαρά τη νέα της αγορά της ημέρας.

The fishwife haggled with the customers over the price of the fish.

Η πωλήτρια ψαριών συζήτησε με τους πελάτες για την τιμή των ψαριών.

The fishwife wore a colorful scarf around her head as she worked.

Η πωλήτρια ψαριών φορούσε ένα χρωματιστό σανδάλι γύρω από το κεφάλι της ενώ εργαζόταν.

The fishwife's hands were calloused from years of handling fish.

Τα χέρια της πωλήτριας ψαριών είχαν ομφαλό από χρόνια αναμενόμενα ψάρια.

The fishwife's laughter echoed through the market as she shared jokes with her customers.

Το γέλως της πωλήτριας ψαριών ήχησε μέσω της αγοράς ενώ μοιραζόταν γελοιοποιήσεις με τους πελάτες της.

The fishwife's husband was a fisherman who brought her the day's catch.

Ο σύζυγος της πωλήτριας ψαριών ήταν ένας πελεκάς που της έδινε την αγορά της ημέρας.

The fishwife expertly filleted the fish for her customers' convenience.

Η πωλήτρια ψαριών έκανε έξυπνα φιλέτα ψαριών για την άνεση των πελατών της.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now