flattened

[US]/ˈflætənd/
[UK]/ˈflætənd/
Frequency: Very High

Translation

adj. που έχει γίνει επίπεδο ή επίπεδο
v. παραταγμένος τύπος και παραταγμένος προσδιοριστικός του flatten; να νικήσει πλήρως ή να αποτραπεί κάποιον; να σταματήσει να αναπτύσσεται ή να ανέρχεται; να πιέσει κάτι με το σώμα ή με το μέρος του σώματος

Phrases & Collocations

flattened surface

επιφάνεια που έχει επίπεδωση

flattened image

εικόνα που έχει επίπεδωση

flattened layer

στρώμα που έχει επίπεδωση

flattened terrain

γεωμορφολογία που έχει επίπεδωση

flattened structure

δομή που έχει επίπεδωση

flattened data

δεδομένα που έχουν επίπεδωση

flattened dough

ψωμί που έχει επίπεδωση

flattened box

κουτί που έχει επίπεδωση

flattened graph

γράφημα που έχει επίπεδωση

flattened design

σχεδιασμός που έχει επίπεδωση

Example Sentences

the box was flattened for easier storage.

Η κουταλιά πατήθηκε για ευκολότερη αποθήκευση.

after the accident, the car was completely flattened.

Μετά το ατύχημα, το αυτοκίνητο πατήθηκε πλήρως.

she flattened the dough before rolling it out.

Πάτησε τη ζύμη πριν την αναπτύξει.

the team flattened their opponents in the final match.

Ο ομάδα πατήθηκε τους αντιπάλους της στο τελικό αγώνα.

his hopes were flattened by the bad news.

Οι ελπίδες του πατήθηκαν από τις κακές ειδήσεις.

they flattened the cardboard to recycle it.

Πάτησαν το καρτόνι για να το ανακυκλώσουν.

the landscape was flattened by the construction.

Η τοπική περιοχή πατήθηκε από την κατασκευή.

she flattened her hair with a straightener.

Πάτησε τα μαλλιά της με ένα μαστίγιο.

the budget cuts flattened many programs.

Οι περικοπές του προϋπολογισμού πατήθηκαν πολλά προγράμματα.

the artist flattened the canvas to begin painting.

Ο καλλιτέχνης πάτησε το κανβάς για να ξεκινήσει να ζωγραφίζει.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now