flavoring

[US]/ˈfleɪvərɪŋ/
[UK]/ˈfleɪvərɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. ύλη που χρησιμοποιείται για να βελτιώσει τη γεύση των τροφίμων; πιπερικό ή συστατικό
Word Forms

Phrases & Collocations

natural flavoring

φυσικό αρωματικό

artificial flavoring

τεχνητό αρωματικό

flavoring agent

αρωματικός παράγοντας

flavoring extract

αρωματικός εκχύλισμα

flavoring compound

αρωματικό συμπλέγμα

flavoring essence

αρωματική ουσία

flavoring syrup

αρωματικό σιρόπι

flavoring powder

αρωματικό παρασκεύασμα

flavoring oil

αρωματικό λάδι

flavoring mix

αρωματικό μείγμα

Example Sentences

she added some flavoring to the soup.

αυτή πρόσθεσε κάποια αρωματικά στο κούρδισμα.

the flavoring enhances the dish's taste.

τα αρωματικά βελτιώνουν τη γεύση του πιάτου.

we need to buy flavoring for the cake.

χρειαζόμαστε να αγοράσουμε αρωματικά για το τσιριάκι.

natural flavoring is preferred in cooking.

τα φυσικά αρωματικά προτιμούνται στη συνταγή.

she prefers her food without artificial flavoring.

αυτή προτιμά τα τρόφιμα της χωρίς τεχνητά αρωματικά.

flavoring can make a big difference in recipes.

τα αρωματικά μπορούν να κάνουν μεγάλη διαφορά στις συνταγές.

he enjoys experimenting with different flavoring.

αυτός απολαμβάνει την πειραματική χρήση διαφορετικών αρωματικών.

flavoring is essential for creating unique dishes.

τα αρωματικά είναι απαραίτητα για τη δημιουργία μοναδικών πιάτων.

some flavoring can be made at home easily.

κάποια αρωματικά μπορούν να φτιαχτούν εύκολα στο σπίτι.

she prefers herbal flavoring in her meals.

αυτή προτιμά φυτικά αρωματικά στα τρόφιμα της.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now