flopping

[US]/ˈflɒpɪŋ/
[UK]/ˈflɑːpɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. η πράξη της ψεύδους πτώσης ή αποτυχίας
v. να πέφτει έντονα ή να κάτσει ξαφνικά; να αποτύχει εντελώς

Phrases & Collocations

flopping around

καταπλάγισμα περιοχής

flopping down

καταπλάγισμα κάτω

flopping over

καταπλάγισμα πάνω

flopping back

καταπλάγισμα πίσω

flopping up

καταπλάγισμα πάνω

flopping flat

καταπλάγισμα επίπεδο

flopping forward

καταπλάγισμα μπροστά

flopping side

καταπλάγισμα πλευρά

flopping downwards

καταπλάγισμα προς τα κάτω

flopping wildly

καταπλάγισμα έντονα

Example Sentences

the movie was flopping at the box office.

Η ταινία αποτυγχανόταν στις πωλήσεις.

his career seemed to be flopping after the last project.

Η καριέρα του φαινόταν να αποτυγχάνει μετά από το τελευταίο έργο.

the team's performance was flopping in the playoffs.

Η απόδοση της ομάδας αποτυγχανόταν στα πλέι-οφς.

she felt like her plans were flopping.

Νόμιζε ότι τα σχέδιά της αποτυγχάνουν.

many startups are flopping due to lack of funding.

Πολλές νέες επιχειρήσεις αποτυγχάνουν λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.

his jokes were flopping at the comedy show.

Οι γελοιοποιήσεις του αποτυγχανόταν στο γελοιοθρασίδιο.

the new product was flopping in the market.

Το νέο προϊόν αποτυγχανόταν στην αγορά.

they were worried about their flopping sales figures.

Ήταν ανησυχημένοι για τις αποτυχημένες τους στοιχειώσεις πωλήσεων.

the athlete's performance was flopping during the competition.

Η απόδοση του αθλητή αποτυγχανόταν κατά τη διάρκεια της αντιπροσωπείας.

he couldn't stand the flopping of his business.

Δεν μπορούσε να αντέξει την αποτυχία της επιχείρησής του.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now