| Plural | focussings |
focussing on details
εστιασμένος σε λεπτομέρειες
focussing intently
εστιασμένος με ένταση
focussing efforts
εστιασμένοι πόροι
focussing time
εστιασμένος χρόνος
focussing resources
εστιασμένοι πόροι
focussing attention
εστιασμένη προσοχή
focussing solely
εστιασμένος μόνο
focussing now
εστιασμένος τώρα
focussing clearly
εστιασμένος σαφώς
focussing forward
εστιασμένος προς τα εμπρός
we are focussing on improving customer satisfaction this quarter.
Εστιαζόμαστε στη βελτίωση της ικανοποίησης των πελατών αυτό το τρίμηνο.
the company is focussing its resources on renewable energy.
Η εταιρεία εστιάζει τους πόρους της στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
the report is focussing on the key findings of the research.
Το αναφορικό εστιάζει στα κύρια αποτελέσματα της έρευνας.
the presentation is focussing on the benefits of the new product.
Η παρουσίαση εστιάζει στα πλεονεκτήματα του νέου προϊόντος.
the government is focussing on reducing unemployment rates.
Το κρατικό συμβούλιο εστιάζει στη μείωση των ποσοστών ανεργίας.
the study is focussing on the impact of social media on teenagers.
Η μελέτη εστιάζει στην επίδραση των κοινωνικών μέσων στους νέους.
the team is focussing its efforts on meeting the deadline.
Ο ομαδικός εστιάζει τις προσπάθειές του στην ικανοποίηση της προθεσμίας.
the article is focussing on the challenges facing small businesses.
Το άρθρο εστιάζει στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μικρές επιχειρήσεις.
the charity is focussing on providing food and shelter to the homeless.
Η φιλανθρωπική οργάνωση εστιάζει στην παροχή τροφής και καταύλισης στους ανάπηρους.
the course is focussing on practical skills rather than theory.
Το μάθημα εστιάζει σε πρακτικές δεξιότητες αντί για θεωρία.
the investigation is focussing on identifying the root cause of the problem.
Η έρευνα εστιάζει στην εύρεση της βασικής αιτίας του προβλήματος.
focussing on details
εστιασμένος σε λεπτομέρειες
focussing intently
εστιασμένος με ένταση
focussing efforts
εστιασμένοι πόροι
focussing time
εστιασμένος χρόνος
focussing resources
εστιασμένοι πόροι
focussing attention
εστιασμένη προσοχή
focussing solely
εστιασμένος μόνο
focussing now
εστιασμένος τώρα
focussing clearly
εστιασμένος σαφώς
focussing forward
εστιασμένος προς τα εμπρός
we are focussing on improving customer satisfaction this quarter.
Εστιαζόμαστε στη βελτίωση της ικανοποίησης των πελατών αυτό το τρίμηνο.
the company is focussing its resources on renewable energy.
Η εταιρεία εστιάζει τους πόρους της στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
the report is focussing on the key findings of the research.
Το αναφορικό εστιάζει στα κύρια αποτελέσματα της έρευνας.
the presentation is focussing on the benefits of the new product.
Η παρουσίαση εστιάζει στα πλεονεκτήματα του νέου προϊόντος.
the government is focussing on reducing unemployment rates.
Το κρατικό συμβούλιο εστιάζει στη μείωση των ποσοστών ανεργίας.
the study is focussing on the impact of social media on teenagers.
Η μελέτη εστιάζει στην επίδραση των κοινωνικών μέσων στους νέους.
the team is focussing its efforts on meeting the deadline.
Ο ομαδικός εστιάζει τις προσπάθειές του στην ικανοποίηση της προθεσμίας.
the article is focussing on the challenges facing small businesses.
Το άρθρο εστιάζει στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μικρές επιχειρήσεις.
the charity is focussing on providing food and shelter to the homeless.
Η φιλανθρωπική οργάνωση εστιάζει στην παροχή τροφής και καταύλισης στους ανάπηρους.
the course is focussing on practical skills rather than theory.
Το μάθημα εστιάζει σε πρακτικές δεξιότητες αντί για θεωρία.
the investigation is focussing on identifying the root cause of the problem.
Η έρευνα εστιάζει στην εύρεση της βασικής αιτίας του προβλήματος.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα