follows

[US]/[ˈfɒləz]/
[UK]/[ˈfɒləz]/
Frequency: Very High

Translation

v. να ακολουθεί κατά σειρά ή ακολουθία; να επόμενος; να είναι αποτέλεσμα; να παραμένει πιστός; να τηρεί.
n. μια ακολουθία γεγονότων ή πράξεων; ένας άνθρωπος που υποστηρίζει ή υπερασπίζεται κάποιον ή κάτι.

Phrases & Collocations

as follows

όπως ακολουθεί

follows suit

ακολουθεί την ίδια γραμμή

follows closely

ακολουθεί στενά

follows that

ακολουθεί αυτό

follows me

με ακολουθεί

follows orders

ακολουθεί εντολές

followed by

ακολουθείται από

followed him

τον ακολούθησε

follows logic

ακολουθεί λογική

follows rules

ακολουθεί κανόνες

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now