food

[US]/fuːd/
[UK]/fud/
Frequency: Very High

Translation

n. θρέψη· ουσία που παρέχει ενέργεια και προάγει την ανάπτυξη και τη διατήρηση της ζωής.
Word Forms
Pluralfoods

Phrases & Collocations

delicious food

νόστιμο φαγητό

healthy food

υγιεινό φαγητό

fast food

γρήγορο φαγητό

street food

φαγητό του δρόμου

junk food

ανθυγιεινό φαγητό

seafood

θαλασσινά

food delivery

παράδοση φαγητού

finger food

finger food

comfort food

φαγητό για παρηγοριά

food industry

βιομηχανία τροφίμων

food and drink

φαγητό και ποτό

food processing

επεξεργασία τροφίμων

green food

πράσινο φαγητό

health food

υγιεινό φαγητό

food production

παραγωγή τροφίμων

chinese food

κινεζικό φαγητό

food security

τρωσιμο ασφάλεια

food and beverage

τρόφιμα και ποτά

food additive

πρόσθετο τροφής

food company

εταιρεία τροφίμων

food supply

προμήθεια τροφίμων

food chain

τροφική αλυσίδα

organic food

βιολογικό φαγητό

food poisoning

διόφυση

Example Sentences

The food is on the table.

Το φαγητό είναι στο τραπέζι.

food for thought; food for the soul.

σκέψεις για το φαγητό· φαγητό για την ψυχή.

the food is cheap but delicious.

Το φαγητό είναι φθηνό αλλά νόστιμο.

the Food Safety Directorate.

η Διεύθυνση Τροφιμικής Ασφάλειας

an independent food store.

ένα ανεξάρτητο κατάστημα τροφίμων

there's not a skerrick of food in the house.

Δεν υπάρχει ούτε ένα κομματάκι φαγητό στο σπίτι.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now