forgave him
τον συγχώρησε
forgave her
τη συγχώρησε
forgave them
τους συγχώρησε
forgave myself
με συγχώρησε
forgave quickly
συγχώρησε γρήγορα
forgave easily
συγχώρησε εύκολα
forgave completely
συγχώρησε πλήρως
forgave sincerely
συγχώρησε ειλικρινώς
forgave unconditionally
συγχώρησε χωρίς προϋποθέσεις
forgave at last
συγχώρησε τελικά
she forgave him for his mistake.
της έδωσε συγγνώμη για το λάθος του.
he finally forgave himself for the past.
τελικά της έδωσε συγγνώμη για το παρελθόν.
the teacher forgave the student for being late.
ο δάσκαλος έδωσε συγγνώμη στο μαθητή για το ότι ήρθε κατυπνωμένος.
they forgave each other after the argument.
μετά την έκρηξη, έδωσαν συγγνώμη ο ένας στον άλλο.
she forgave her friend for the betrayal.
της έδωσε συγγνώμη στο φίλο της για την προδοσία.
he forgave his parents for their strictness.
της έδωσε συγγνώμη στους γονείς του για τη στιφνότητα τους.
after much reflection, she forgave those who hurt her.
μετά από πολλή σκέψη, της έδωσε συγγνώμη σε αυτούς που την τραυμάτισαν.
they forgave the debt and moved on.
έδωσαν συγγνώμη για την οφειλή και προχώρησαν.
she forgave him, but it took time.
της έδωσε συγγνώμη, αλλά χρειάστηκε χρόνος.
he forgave her for forgetting their anniversary.
της έδωσε συγγνώμη για το ότι ξεχάσαμε την επέτειο τους.
forgave him
τον συγχώρησε
forgave her
τη συγχώρησε
forgave them
τους συγχώρησε
forgave myself
με συγχώρησε
forgave quickly
συγχώρησε γρήγορα
forgave easily
συγχώρησε εύκολα
forgave completely
συγχώρησε πλήρως
forgave sincerely
συγχώρησε ειλικρινώς
forgave unconditionally
συγχώρησε χωρίς προϋποθέσεις
forgave at last
συγχώρησε τελικά
she forgave him for his mistake.
της έδωσε συγγνώμη για το λάθος του.
he finally forgave himself for the past.
τελικά της έδωσε συγγνώμη για το παρελθόν.
the teacher forgave the student for being late.
ο δάσκαλος έδωσε συγγνώμη στο μαθητή για το ότι ήρθε κατυπνωμένος.
they forgave each other after the argument.
μετά την έκρηξη, έδωσαν συγγνώμη ο ένας στον άλλο.
she forgave her friend for the betrayal.
της έδωσε συγγνώμη στο φίλο της για την προδοσία.
he forgave his parents for their strictness.
της έδωσε συγγνώμη στους γονείς του για τη στιφνότητα τους.
after much reflection, she forgave those who hurt her.
μετά από πολλή σκέψη, της έδωσε συγγνώμη σε αυτούς που την τραυμάτισαν.
they forgave the debt and moved on.
έδωσαν συγγνώμη για την οφειλή και προχώρησαν.
she forgave him, but it took time.
της έδωσε συγγνώμη, αλλά χρειάστηκε χρόνος.
he forgave her for forgetting their anniversary.
της έδωσε συγγνώμη για το ότι ξεχάσαμε την επέτειο τους.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now