forgave

[US]/fəˈɡeɪv/
[UK]/fərˈɡeɪv/
Frequency: Very High

Translation

v. να σταματήσει κάποιος να είναι θυμωμένος ή να έχει αντιπαθεία προς κάποιον για μια παραβίαση, λάθος ή σφάλμα

Phrases & Collocations

forgave him

τον συγχώρησε

forgave her

τη συγχώρησε

forgave them

τους συγχώρησε

forgave myself

με συγχώρησε

forgave quickly

συγχώρησε γρήγορα

forgave easily

συγχώρησε εύκολα

forgave completely

συγχώρησε πλήρως

forgave sincerely

συγχώρησε ειλικρινώς

forgave unconditionally

συγχώρησε χωρίς προϋποθέσεις

forgave at last

συγχώρησε τελικά

Example Sentences

she forgave him for his mistake.

της έδωσε συγγνώμη για το λάθος του.

he finally forgave himself for the past.

τελικά της έδωσε συγγνώμη για το παρελθόν.

the teacher forgave the student for being late.

ο δάσκαλος έδωσε συγγνώμη στο μαθητή για το ότι ήρθε κατυπνωμένος.

they forgave each other after the argument.

μετά την έκρηξη, έδωσαν συγγνώμη ο ένας στον άλλο.

she forgave her friend for the betrayal.

της έδωσε συγγνώμη στο φίλο της για την προδοσία.

he forgave his parents for their strictness.

της έδωσε συγγνώμη στους γονείς του για τη στιφνότητα τους.

after much reflection, she forgave those who hurt her.

μετά από πολλή σκέψη, της έδωσε συγγνώμη σε αυτούς που την τραυμάτισαν.

they forgave the debt and moved on.

έδωσαν συγγνώμη για την οφειλή και προχώρησαν.

she forgave him, but it took time.

της έδωσε συγγνώμη, αλλά χρειάστηκε χρόνος.

he forgave her for forgetting their anniversary.

της έδωσε συγγνώμη για το ότι ξεχάσαμε την επέτειο τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now