forsake

[ΗΠΑ]/fəˈseɪk/
[ΗΒ]/fərˈseɪk/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

vt. εγκαταλείπω· παραιτώμαι
Word Forms
Present Participleforsaking
Third Person Singularforsakes
Past Participleforsaken
Past Tenseforsook
Pluralforsakes

Παραδείγματα Προτάσεων

to forsake mad habits

να εγκαταλείψει τις τρελές συνήθειες

he would never forsake Tara.

ποτέ δεν θα εγκατέλειπε την Tara.

I won't forsake my vegetarian principles.

Δεν θα εγκαταλείψω τις χορτοφαγικές μου αρχές.

You must forsake your bad habits.

Πρέπει να εγκαταλείψεις τις κακές σου συνήθειες.

She pleaded with her husband not to forsake her.

Η γυναίκα τον παρακάλεσε να μην την εγκαταλείψει.

Forsake thy books, and mateless play;

Άφησε τα βιβλία σου και το μοναχικό παιχνίδι;

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα