free

[ΗΠΑ]/friː/
[ΗΒ]/friː/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. ανεπεξέργαστος· χωρίς χρέωση· διαθέσιμος
adv. χωρίς χρέωση· χωρίς περιορισμό
vt. απαλλάσσω· απελευθερώνω
Word Forms
Past Tensefreed
Third Person Singularfrees
Past Participlefreed
Present Participlefreeing
Comparativefreer
Pluralfrees
Superlativefreest

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

free shipping

δωρεάν αποστολή

free trial

δωρεάν δοκιμή

free samples

δωρεάν δείγματα

free download

δωρεάν λήψη

free gift

δωρεάν δώρο

for free

δωρεάν

free of

ελεύθερος από

free from

ελεύθερος από

feel free

μην διστάσετε

free trade

ελεύθερο εμπόριο

get free

γίνετε ελεύθεροι

free time

ελεύθερος χρόνος

free radical

ελεύθερη ρίζα

free and easy

εύκολο και δωρεάν

free market

ελεύθερη αγορά

free energy

ελεύθερη ενέργεια

free space

ελεύθερος χώρος

free surface

ελεύθερη επιφάνεια

set free

ελευθερώστε

free trade zone

ζώνη ελεύθερου εμπορίου

free speech

ελευθερία του λόγου

free vibration

ελεύθερη δόνηση

free and clear

ελεύθερος και καθαρός

free access

δωρεάν πρόσβαση

free trade area

περιοχή ελεύθερου εμπορίου

Παραδείγματα Προτάσεων

This is a free country.

Αυτή είναι μια ελεύθερη χώρα.

a free act of the will; free choices.

μια ελεύθερη πράξη της βούλησης· ελεύθερες επιλογές.

their allergy to free enterprise.

η αλλεργία τους στην ελεύθερη επιχείρηση.

felt free to go.

αισθάνονταν ελεύθεροι να φύγουν.

a free energy level.

ένα επίπεδο ελεύθερης ενέργειας

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα