freewoman

[US]/[ˈfriːwʊmən]/
[UK]/[ˈfriːwʊmən]/
Frequency: Very High

Translation

n. 自由女性;不是奴隶的女性;享有自由和独立的女性。
Word Forms
Pluralfreewomen

Phrases & Collocations

freewoman's choice

επιλογή ελεύθερης γυναίκας

becoming a freewoman

γίνεσαι ελεύθερη γυναίκα

freewoman status

κατάσταση ελεύθερης γυναίκας

freewoman rights

δικαιώματα ελεύθερης γυναίκας

proud freewoman

περήφανη ελεύθερη γυναίκα

freewoman voice

φωνή ελεύθερης γυναίκας

a freewoman

μια ελεύθερη γυναίκα

freewoman spirit

πνεύμα ελεύθερης γυναίκας

freewoman life

ζωή ελεύθερης γυναίκας

freewoman power

δύναμη ελεύθερης γυναίκας

Example Sentences

she is a freewoman, making her own choices and forging her own path.

είναι ελεύθερη γυναίκα, κάνει τις δικές της επιλογές και χαράζει τον δικό της δρόμο.

as a freewoman, she valued independence and self-reliance above all else.

ως ελεύθερη γυναίκα, εκτιμούσε την ανεξαρτησία και την αυτοπεποίθηση πάνω από όλα.

the freewoman stood defiant against societal expectations and limitations.

η ελεύθερη γυναίκα στάθηκε αψηφώντας τις κοινωνικές προσδοκίες και τους περιορισμούς.

becoming a freewoman required courage and a willingness to challenge the status quo.

το να γίνει κανείς ελεύθερη γυναίκα απαιτούσε θάρρος και την επιθυμία να αμφισβητήσει το καθεστώς.

she embraced her role as a freewoman, advocating for women's rights and equality.

υιοθέτησε τον ρόλο της ως ελεύθερη γυναίκα, υποστηρίζοντας τα δικαιώματα των γυναικών και την ισότητα.

the freewoman’s spirit inspired others to break free from oppressive systems.

το πνεύμα της ελεύθερης γυναίκας ενέπνευσε άλλους να απελευθερωθούν από καταπιεστικά συστήματα.

a freewoman is not defined by marriage or motherhood, but by her own ambitions.

μια ελεύθερη γυναίκα δεν ορίζεται από τον γάμο ή τη μητρότητα, αλλά από τις δικές της φιλοδοξίες.

she felt like a freewoman exploring new cultures and experiencing different perspectives.

νιώθονταν σαν ελεύθερη γυναίκα που εξερευνούσε νέους πολιτισμούς και βίωνε διαφορετικές οπτικές γωνίες.

the freewoman exercised her right to vote and participate in the democratic process.

η ελεύθερη γυναίκα άσκησε το δικαίωμά της να ψηφίσει και να συμμετάσχει στη δημοκρατική διαδικασία.

she was a freewoman, choosing a career in science despite societal pressures.

ήταν ελεύθερη γυναίκα, επιλέγοντας καριέρα στην επιστήμη παρά τις κοινωνικές πιέσεις.

the concept of a freewoman resonated with those seeking liberation and autonomy.

η έννοια της ελεύθερης γυναίκας συνάντησε ανταπόκριση σε όσους αναζητούσαν απελευθέρωση και αυτονομία.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now