fudged

[US]/fʌdʒd/
[UK]/fʌdʒd/
Frequency: Very High

Translation

v. να αποφεύγει να δώσει ένα σαφή απάντηση; να τροποποιεί ή να παρεμποδίζει κάτι; να αποφεύγει ή να παραποιεί ένα θέμα; να παραπλανά ή να παραποιεί

Phrases & Collocations

fudged numbers

παραλεγμένοι αριθμοί

fudged results

παραλεγμένα αποτελέσματα

fudged data

παραλεγμένα δεδομένα

fudged figures

παραλεγμένα στοιχεία

fudged report

παραλεγμένο αναφορά

fudged evidence

παραλεγμένες αποδείξεις

fudged accounts

παραλεγμένα λογιστικά στοιχεία

fudged statements

παραλεγμένες δηλώσεις

fudged analysis

παραλεγμένη ανάλυση

fudged calculations

παραλεγμένες υπολογιστικές διαδικασίες

Example Sentences

he fudged the numbers in the report.

έκανε ψευδώνυμο τους αριθμούς στην έκθεση.

she fudged her resume to get the job.

έκανε ψευδώνυμο την βιογραφική της για να πάρει τη δουλειά.

they fudged the details of the project.

έκαναν ψευδώνυμο τα λεπτομέρια του έργου.

he tried to fudge his way out of trouble.

προσπάθησε να βγει από τις δυσκολίες με ψευδώνυμο τρόπο.

she fudged the facts during the presentation.

έκανε ψευδώνυμο τα γεγονότα κατά την παρουσίαση.

he fudged the truth to avoid confrontation.

έκανε ψευδώνυμο την αλήθεια για να αποφύγει την σύγκρουση.

they fudged the deadlines to make it seem like they were on schedule.

έκαναν ψευδώνυμο τις προθεσμίες για να φανερωθεί ότι ήταν στο χρονοδιάγραμμα.

she fudged her age to get into the club.

έκανε ψευδώνυμο την ηλικία της για να μπει στο κλαμπ.

he fudged the evidence to protect his friend.

έκανε ψευδώνυμο τις αποδείξεις για να προστατέψει το φίλο του.

they fudged the statistics to support their argument.

έκαναν ψευδώνυμο τις στατιστικές για να υποστηρίξουν το επιχείρημά τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now