fulfills

[US]/fʊlˈfɪlz/
[UK]/fʊlˈfɪlz/
Frequency: Very High

Translation

v. να εκτελέσει μια υπόσχεση ή εντολή; να εκτελέσει μια εντολή; να επιτύχει ένα στόχο; να τελειώσει

Phrases & Collocations

fulfills needs

πληροί τις ανάγκες

fulfills requirements

πληροί τις απαιτήσεις

fulfills promises

πληροί τις υποσχέσεις

fulfills goals

πληροί τους στόχους

fulfills duties

πληροί τις υποχρεώσεις

fulfills expectations

πληροί τις προσδοκίες

fulfills criteria

πληροί τα κριτήρια

fulfills obligations

πληροί τις υποχρεώσεις

fulfills roles

πληροί τους ρόλους

fulfills desires

πληροί τις επιθυμίες

Example Sentences

she fulfills her duties with great dedication.

εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της με μεγάλη πίστη.

the project fulfills the needs of the community.

το έργο εκπληρώνει τις ανάγκες της κοινότητας.

he fulfills his promise to help her.

εκπληρώνει την υποσχέση του να τη βοηθήσει.

this program fulfills educational requirements.

αυτό το πρόγραμμα εκπληρώνει τις εκπαιδευτικές απαιτήσεις.

she fulfills her potential in the workplace.

εκπληρώνει το δυναμικό της στο επαγγελματικό περιβάντιο.

the service fulfills customer expectations.

το υπηρεσία εκπληρώνει τις προσδοκίες των πελατών.

he fulfills all the criteria for the job.

εκπληρώνει όλους τους κριτήρια για το ρόλο.

this solution fulfills our requirements perfectly.

αυτή η λύση εκπληρώνει τις απαιτήσεις μας τέλεια.

she fulfills her role as a leader effectively.

εκπληρώνει τον ρόλο της ως ηγέτης αποτελεσματικά.

the new policy fulfills the goals of the organization.

η νέα πολιτική εκπληρώνει τους στόχους της οργάνωσης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now