fundamental

[US]/ˌfʌndəˈmentl/
[UK]/ˌfʌndəˈmentl/
Frequency: Very High

Translation

adj. βασικό; απαραίτητο; αναγκαίο
n. βασική αρχή; θεμελιώδης κανόνας
Word Forms

Phrases & Collocations

fundamental principle

θεμελιώδης αρχή

fundamental knowledge

βασικές γνώσεις

fundamental rights

θεμελιώδη δικαιώματα

fundamental change

θεμελιώδης αλλαγή

fundamental research

θεμελιώδης έρευνα

fundamental law

θεμελιώδης νόμος

fundamental frequency

θεμελιώδης συχνότητα

fundamental equations

θεμελιώδεις εξισώσεις

fundamental analysis

θεμελιώδης ανάλυση

fundamental function

θεμελιώδης συνάρτηση

fundamental mode

θεμελιώδης τρόπος λειτουργίας

fundamental plane

θεμελιώδες επίπεδο

fundamental point

θεμελιώδες σημείο

fundamental wave

θεμελιώδες κύμα

fundamental mechanism

θεμελιώδης μηχανισμός

fundamental system

θεμελιώδες σύστημα

fundamental component

θεμελιώδες στοιχείο

fundamental characteristic

θεμελιώδες χαρακτηριστικό

fundamental unit

θεμελιώδης μονάδα

fundamental matrix

θεμελιώδης πίνακας

fundamental feature

θεμελιώδες χαρακτηριστικό

Example Sentences

Education is fundamental to personal development.

Η εκπαίδευση είναι θεμελιώδης για την προσωπική ανάπτυξη.

Respect for others is a fundamental value in many cultures.

Ο σεβασμός προς τους άλλους είναι μια θεμελιώδης αξία σε πολλές κουλτούρες.

Communication skills are fundamental in building strong relationships.

Οι δεξιότητες επικοινωνίας είναι θεμελιώδεις για την οικοδόμηση ισχυρών σχέσεων.

Understanding the basics is fundamental before moving on to advanced topics.

Η κατανόηση των βασικών είναι θεμελιώδης πριν προχωρήσετε σε προχωρημένα θέματα.

The right to freedom of speech is a fundamental human right.

Το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου είναι ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.

Healthy eating habits are fundamental to maintaining good health.

Οι υγιεινές διατροφικές συνήθειες είναι θεμελιώδεις για τη διατήρηση της καλής υγείας.

Trust is a fundamental element in any successful partnership.

Η εμπιστοσύνη είναι ένα θεμελιώδες στοιχείο σε οποιαδήποτε επιτυχημένη συνεργασία.

Basic math skills are fundamental for everyday tasks.

Οι βασικές μαθηματικές δεξιότητες είναι θεμελιώδεις για τις καθημερινές εργασίες.

Safety precautions are fundamental in preventing accidents.

Τα μέτρα ασφαλείας είναι θεμελιώδη για την πρόληψη ατυχημάτων.

A strong work ethic is fundamental to achieving success in any field.

Μια ισχυρή εργασιακή ηθική είναι θεμελιώδης για την επίτευξη της επιτυχίας σε οποιοδήποτε πεδίο.

Real-world Examples

Bernanke says the economy's fundamentals are looking better.

Ο Μπερνάνκε λέει ότι τα θεμελιώδη στοιχεία της οικονομίας δείχνουν βελτίωση.

Source: NPR News June 2013 Compilation

But this idea had a fundamental weakness.

Αλλά αυτή η ιδέα είχε μια θεμελιώδη αδυναμία.

Source: The History Channel documentary "Cosmos"

And a leadership election would not change the fundamentals of the negotiation or the parliamentary arithmetic.

Και μια εκλογή ηγεσίας δεν θα άλλαζε τα θεμελιώδη στοιχεία της διαπραγμάτευσης ή τους κοινοβουλευτικούς υπολογισμούς.

Source: BBC Listening Compilation March 2019

That does change the fundamentals of how we work as a business.

Αυτό αλλάζει τα θεμελιώδη στοιχεία του τρόπου λειτουργίας μας ως επιχείρηση.

Source: CNN 10 Student English November 2020 Collection

Those are the fundamentals of the scientific method.

Αυτά είναι τα θεμελιώδη στοιχεία της επιστημονικής μεθόδου.

Source: Young Sheldon Season 5

Yeah, because that is the fundamental of a company.

Ναι, γιατί αυτό είναι το θεμέλιο μιας εταιρείας.

Source: Celebrity Interview Record

Or is there something more fundamental?

Ή υπάρχει κάτι πιο θεμελιώδες;

Source: Simple Psychology

Fundamental attribution error is often performed when driving.

Το θεμελιώδες σφάλμα απόδοσης συμβαίνει συχνά όταν οδηγούμε.

Source: BBC Ideas Selection (Bilingual)

These chemical senses are our most primitive, and our most fundamental.

Αυτές οι χημικές αισθήσεις είναι οι πιο πρωτόγονες και οι πιο θεμελιώδεις.

Source: Crash Course Anatomy and Physiology

Object permanence is really a more fundamental developmental concept for babies.

Η μόνιμη αντικειμενικότητα είναι στην πραγματικότητα μια πιο θεμελιώδης αναπτυξιακή έννοια για τα μωρά.

Source: CNN 10 Student English of the Month

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now