furthered education
προώθησε την εκπαίδευση
furthered research
προώθησε τις ερευνητικές δραστηριότητες
furthered development
προώθησε την ανάπτυξη
furthered understanding
προώθησε την κατανόηση
furthered goals
προώθησε τους στόχους
furthered initiatives
προώθησε τις πρωτοβουλίες
furthered collaboration
προώθησε τη συνεργασία
furthered knowledge
προώθησε τις γνώσεις
furthered efforts
προώθησε τις προσπάθειες
furthered opportunities
προώθησε τις ευκαιρίες
her research furthered our understanding of climate change.
η έρευνά της βοήθησε στην κατανόηση της αλλαγής του κλίματος.
the new policies furthered economic growth in the region.
τα νέα μέτρα βοήθησαν στην οικονομική ανάπτυξη στην περιοχή.
his efforts furthered the cause of social justice.
τα προσπάθεια του βοήθησαν στην επίτευξη της κοινωνικής δικαιοσύνης.
education furthered her career opportunities.
η εκπαίδευση βοήθησε στην επαγγελματική της ανάπτυξη.
the collaboration furthered scientific discoveries.
η συνεργασία βοήθησε στην επιστημονική ανακάλυψη.
the project was furthered by additional funding.
το έργο προχώρησε λόγω πρόσθετων χρηματοδοτήσεων.
his experiences furthered his personal growth.
τις εμπειρίες του βοήθησαν στην προσωπική του ανάπτυξη.
the discussion furthered our knowledge of the topic.
η συζήτηση βοήθησε στην κατανόηση του θέματος.
her insights furthered the team's progress.
τα επισημάνθηκαν από την ομάδα της προοπτικής.
the initiative furthered community engagement.
η πρωτοβουλία βοήθησε στην εμπλοκή της κοινότητας.
furthered education
προώθησε την εκπαίδευση
furthered research
προώθησε τις ερευνητικές δραστηριότητες
furthered development
προώθησε την ανάπτυξη
furthered understanding
προώθησε την κατανόηση
furthered goals
προώθησε τους στόχους
furthered initiatives
προώθησε τις πρωτοβουλίες
furthered collaboration
προώθησε τη συνεργασία
furthered knowledge
προώθησε τις γνώσεις
furthered efforts
προώθησε τις προσπάθειες
furthered opportunities
προώθησε τις ευκαιρίες
her research furthered our understanding of climate change.
η έρευνά της βοήθησε στην κατανόηση της αλλαγής του κλίματος.
the new policies furthered economic growth in the region.
τα νέα μέτρα βοήθησαν στην οικονομική ανάπτυξη στην περιοχή.
his efforts furthered the cause of social justice.
τα προσπάθεια του βοήθησαν στην επίτευξη της κοινωνικής δικαιοσύνης.
education furthered her career opportunities.
η εκπαίδευση βοήθησε στην επαγγελματική της ανάπτυξη.
the collaboration furthered scientific discoveries.
η συνεργασία βοήθησε στην επιστημονική ανακάλυψη.
the project was furthered by additional funding.
το έργο προχώρησε λόγω πρόσθετων χρηματοδοτήσεων.
his experiences furthered his personal growth.
τις εμπειρίες του βοήθησαν στην προσωπική του ανάπτυξη.
the discussion furthered our knowledge of the topic.
η συζήτηση βοήθησε στην κατανόηση του θέματος.
her insights furthered the team's progress.
τα επισημάνθηκαν από την ομάδα της προοπτικής.
the initiative furthered community engagement.
η πρωτοβουλία βοήθησε στην εμπλοκή της κοινότητας.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now