gabbing

[US]/ˈɡæb.ɪŋ/
[UK]/ˈɡæb.ɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. μιλώντας με ένα άτομο ή ένα αντικείμενο; μιλώντας από την άποψη του ή του αντικειμένου

Phrases & Collocations

gabbing away

μιλάμε χωρίς να σταματήσουμε

gabbing on

μιλάμε συνεχώς

gabbing about

μιλάμε για

stop gabbing

σταματήστε να μιλάτε

gabbing friends

φιλοτιμούμενοι μιλάμε

gabbing session

συνάντηση μιλήσιμου

gabbing away time

χρόνος μιλήσιμου

gabbing together

μιλάμε μαζί

gabbing nonstop

μιλάμε χωρίς να σταματήσουμε

gabbing loudly

μιλάμε ψιθυριστά

Example Sentences

they spent the afternoon gabbing about their favorite movies.

πέρασαν την απόγεια μιλώντας για τα αγαπημένα τους ταινίες.

she enjoys gabbing with her friends over coffee.

της αρέσει να μιλάει με τους φίλους της κατά τη διάρκεια του καφέ.

he was gabbing away while i tried to concentrate on my work.

ενώ προσπαθούσα να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου, εκείνος μιλούσε συνεχώς.

we were gabbing about our plans for the weekend.

μιλούσαμε για τις σχέδιά μας για το τέλος της εβδομάδας.

gabbing with her colleagues helps her relax after a long day.

να μιλάει με τους συνάδελφους της τη βοηθά να χαλαρώσει μετά από μια μακριά μέρα.

they were gabbing so loudly that i could hear them from across the room.

μιλούσαν τόσο ψιθυριστά που μπορούσα να τους ακούσω από την άλλη άκρη του δωματίου.

he loves gabbing about sports statistics.

του αρέσει να μιλάει για στατιστικά αθλητικών δεδομένων.

after dinner, we sat around gabbing for hours.

μετά το γεύμα, κάτσαμε να μιλάμε για ώρες.

she can't stop gabbing when she gets excited.

όταν γίνεται θυμός, δεν μπορεί να σταματήσει να μιλάει.

gabbing with strangers can sometimes lead to interesting conversations.

να μιλάει με ξένους μπορεί να οδηγήσει σε ενδιαφέρουσες συνομιλίες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now