gains

[US]/ɡeɪnz/
[UK]/ɡeɪnz/
Frequency: Very High

Translation

n. κέρδη; πλεονεκτήματα; ραχιαία σχισμές; τσιμπούρια (πληθυντικός του gain)
v. να αποκτήσει; να αυξήσει; να δημιουργήσει ραχιαίες σχισμές; να συνδέσει με τσιμπούρια; να κερδίσει (τρίτος πρόσωπος μονολειτουργικός του gain)

Phrases & Collocations

financial gains

χρηματικές κερδώσεις

capital gains

κέρδη από κεφαλαιακές επενδύσεις

profit gains

κερδώσεις από κέρδη

gains tax

φόρος κερδών

gains realized

πραγματοποιημένες κερδώσεις

gains achieved

κερδώσεις που επιτεύχθηκαν

gains forecast

πρόγνωση κερδών

gains analysis

ανάλυση κερδών

gains strategy

στρατηγική κερδών

gains report

άρθρο κερδών

Example Sentences

the company gains a competitive edge in the market.

η εταιρεία κερδίζει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην αγορά.

she gains valuable experience from her internship.

αποκτά αξιολογήσιμη εμπειρία από την πρακτική της.

the athlete gains strength through regular training.

ο αθλητής αποκτά δύναμη μέσω της κανονικής προπόνησης.

investing wisely gains high returns.

η επενδυτική συμπεριφορά με σκοπό την απόδοση αποφέρει υψηλές αποδόσεις.

he gains recognition for his hard work.

αποκτά αναγνώριση για την σκληρή δουλειά του.

the team gains confidence after winning the match.

η ομάδα αποκτά εμπιστοσύνη μετά τη νίκη στο αγώνα.

she gains insights from her research.

αποκτά νέες εισβολές από την έρευνά της.

the project gains momentum as more people join.

το πρόγραμμα αποκτά ρυθμό όταν περισσότεροι άνθρωποι συμμετέχουν.

he gains support from his colleagues.

αποκτά υποστήριξη από τους συνάδελφους του.

the organization gains a larger audience through social media.

η οργάνωση αποκτά μεγαλύτερο ακροατήριο μέσω των κοινωνικών μέσων.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now