gollies

[US]/ˈɡɒliz/
[UK]/ˈɡɑliz/

Translation

n. ένας τρόπος έκφρασης έκπληξης ή θαυμασμού; ένας παραλλαγμένος όρος για ένα άτομο ή πράγμα που θεωρείται περίεργο ή άσυμβατο; σπιτάκι (αυστραλική χιούμοριστική ονομασία); ονοματεπώνυμο (Golly); γαλλικό ονοματεπώνυμο (Golly)
v. να σπιτάξει (αυστραλική χιούμοριστική ονομασία)

Phrases & Collocations

gollies me

αγαπητά μου

goodness gollies

καλή διάθεση αγαπητά

gollies alive

αγαπητά ζωντανά

gollies gracious

αγαπητά ευγενικά

gollies wow

αγαπητά wow

gollies sake

αγαπητά για το καλό

gollies goodness

αγαπητά καλή διάθεση

gollies gracious me

αγαπητά ευγενικά μου

gollies oh

αγαπητά όχι

gollies dear

αγαπητά φιλικά

Example Sentences

gollies, that was an unexpected surprise!

Γκολιές, αυτό ήταν μια απροσδόκητη έκπληξη!

gollies, i can't believe how fast time flies!

Γκολιές, δεν μπορώ να πιστεύω πόσο γρήγορα περνάει το χρόνο!

gollies, look at all those stars in the sky!

Γκολιές, κοιτάξτε όλα αυτά τα αστέρια στον ουρανό!

gollies, that's a big dog!

Γκολιές, αυτό είναι ένα μεγάλο σκύλος!

gollies, i forgot my keys again!

Γκολιές, ξέχασα πάλι τα κλειδιά μου!

gollies, this cake is delicious!

Γκολιές, αυτό το τσιγάρο είναι νόστιμο!

gollies, what a beautiful view!

Γκολιές, πόσο όμορφη θέα!

gollies, i didn't see that coming!

Γκολιές, δεν το περίμενα αυτό!

gollies, it’s so cold outside!

Γκολιές, είναι τόσο κρύο έξω!

gollies, you did an amazing job!

Γκολιές, έκανες μια εξαιρετική δουλειά!

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now