goodies

[US]/ˈɡʊdiz/
[UK]/ˈɡʊdiz/
Frequency: Very High

Translation

n. (παραδοσιακό) ένα όρο εκτίμησης για γυναίκες χαμηλότερης κατάστασης· (περιεχομένου) γευστικά προϊόντα όπως τα γλυκά ή τα μαλακάνια· (περιεχομένου) καλά πράγματα· προϊόντα υψηλής ποιότητας· (περιεχομένου) ένα καλό χαρακτήρα σε ταινίες ή ιστορίες· (περιεχομένου) ένα ψευδομορφημένο άτομο· ένα άτομο που προσπαθεί να φανεί ευσεβής
interj. (παιδικός) μια έκφραση χαράς ή έγκρισης
adj. (περιεχομένου) ψευδομορφημένος· που προσπαθεί να φανεί ευσεβής

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now