government

[US]/ˈɡʌvənmənt/
[UK]/ˈɡʌvərnmənt/
Frequency: Very High

Translation

n. η μορφή οργάνωσης με την οποία μια κοινωνία διοικεί τον εαυτό της· το σύστημα με το οποίο διοικείται ένα κράτος ή μια κοινότητα.
Word Forms

Phrases & Collocations

federal government

ομοσπονδιακή κυβέρνηση

central government

κεντρική κυβέρνηση

local government

τοπική κυβέρνηση

state government

κυβέρνηση πολιτείας

national government

εθνική κυβέρνηση

democratic government

δημοκρατική κυβέρνηση

chinese government

κινεζική κυβέρνηση

municipal government

δημοτική κυβέρνηση

provincial government

περιφερειακή κυβέρνηση

government official

υπάλληλος της κυβέρνησης

government procurement

κρατικές προμήθειες

government office

γραφείο της κυβέρνησης

government department

τμήμα κυβέρνησης

district government

κυβέρνηση επαρχίας

government sector

κυβερνητικός τομέας

government regulation

κρατική ρύθμιση

government intervention

κρατική παρέμβαση

government agency

κρατική υπηρεσία

government organization

κυβερνητικός οργανισμός

coalition government

κυβέρνηση συνασπισμού

military government

στρατιωτική κυβέρνηση

government service

υπηρεσία της κυβέρνησης

Example Sentences

the government of India.

η κυβέρνηση της Ινδίας

They are government employees.

Είναι κυβερνητικοί υπάλληλοι.

there was annoyance at government interference.

Υπήρχε ενόχληση για την κυβερνητική παρέμβαση.

a curb on government borrowing.

ένας περιορισμός στον κρατικό δανεισμό.

the government's economic policy.

η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης.

a government road gang.

ένα κυβερνητικό εργοτάξιο.

the government's internal policies.

η εσωτερική πολιτική της κυβέρνησης.

government regulation of industry.

κρατική ρύθμιση της βιομηχανίας.

the government's praiseworthy efforts.

οι αξιέπαινες προσπάθειες της κυβέρνησης.

a raft of government initiatives.

μια σειρά από κυβερνητικές πρωτοβουλίες.

the government's tax revenues.

τα φορολογικά έσοδα της κυβέρνησης.

a maze of government regulations.

ένα λαβύρινθο κρατικών κανονισμών.

the government's fiscal policy

η δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now