grew

[ΗΠΑ]/ɡruː/
[ΗΒ]/ɡru/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. past tense of grow
v. past tense of grow

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

grew up

άνοιξε

grew stronger

γίνε δυνατότερος

grew older

γίνε μεγαλύτερος

grew tired

κουράστηκα

grew rapidly

αναπτύχθηκε γρήγορα

grew closer

πλησίασε

grew apart

απομακρύνθηκε

grew larger

έγινε μεγαλύτερος

grew interested

ενδιαφέρθηκε

grew confident

έγινε πιο σίγουρος

Παραδείγματα Προτάσεων

the plant grew rapidly in the warm sunlight.

το φυτό μεγάλωσε γρήγορα στο ζεστό ηλιακό φως.

as she practiced more, her confidence grew.

καθώς εξασκούταν περισσότερο, η αυτοπεποίθησή της μεγάλωσε.

his interest in photography grew over the years.

το ενδιαφέρον του για τη φωτογραφία μεγάλωσε με τα χρόνια.

the community grew stronger through collaboration.

η κοινότητα έγινε πιο δυνατή μέσω της συνεργασίας.

her collection of books grew to over a hundred.

η συλλογή της βιβλίων μεγάλωσε σε πάνω από εκατό.

the company's profits grew significantly last year.

τα κέρδη της εταιρείας αυξήθηκαν σημαντικά πέρυσι.

as we traveled, our appreciation for different cultures grew.

καθώς ταξιδεύαμε, η εκτίμησή μας για διαφορετικούς πολιτισμούς μεγάλωσε.

over time, their friendship grew into a deep bond.

με την πάροδο του χρόνου, η φιλία τους εξελίχθηκε σε ένα βαθύ δεσμό.

the city's population grew rapidly in the last decade.

ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε γρήγορα την τελευταία δεκαετία.

as the project progressed, so did her enthusiasm; it grew.

καθώς το έργο προχωρούσε, έτσι και ο ενθουσιασμός της; μεγάλωσε.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα