gripings

[US]/ˈɡraɪpɪŋ/
[UK]/ˈɡraɪpɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. να αισθάνεται ή να προκαλεί κραμπές στο στομάχι ή στο έντερο; να παραπονιέται (για κάποιον ή κάτι), να γρυπνά; να αποκλείνει από την πορεία

Phrases & Collocations

griping about

αγανακτισμός για

griping over

αγανακτισμός για

griping session

συνεδρία αγανακτισμού

constant griping

συνεχής αγανακτισμός

griping tone

τόνος αγανακτισμού

griping remarks

σχόλια αγανακτισμού

griping citizens

αγανακτισμένοι πολίτες

griping complaints

συνεχείς παραπονιέμενοι

griping friends

αγανακτισμένοι φίλοι

griping issues

προβλήματα αγανακτισμού

Example Sentences

she is always griping about her workload.

εκείνη παρατηρεί πάντα καταγγελίες για το βάρος εργασίας της.

he spent the entire evening griping over dinner.

εκείνος δαπάνησε όλη την βραδινή ώρα να καταγγέλλει για το γεύμα.

stop griping and start taking action.

σταματήστε να καταγγέλλετε και ξεκινήστε να παίρνετε δράση.

they were griping about the long wait at the airport.

εκείνοι καταγγέλλονταν για την μακρά αναμονή στο αεροδρόμιο.

she has a habit of griping whenever things don't go her way.

εκείνη έχει την συνήθεια να καταγγέλλει όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως θέλει.

he was griping about the weather all day.

εκείνος καταγγέλλονταν για το καιρό όλη την ημέρα.

people are griping about the new policy changes.

οι άνθρωποι καταγγέλλουν για τις νέες αλλαγές πολιτικής.

she couldn't help griping about the service at the restaurant.

εκείνη δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην καταγγελία για την υπηρεσία στο εστιατόριο.

instead of griping, let's find a solution.

αντί να καταγγέλλετε, ας βρούμε μια λύση.

his griping only made the situation worse.

η καταγγελία του έκανε μόνο την κατάσταση χειρότερη.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now