grippes

[US]/ɡrɪp/
[UK]/ɡrɪp/

Translation

n. γρίπη; (Grippe) επώνυμο; ένα σουηδικό όνομα

Phrases & Collocations

cold grippes

κρυολασίες

seasonal grippes

εποχικές κρυολασίες

viral grippes

ιογενείς κρυολασίες

mild grippes

ανενδιαφέρουσες κρυολασίες

acute grippes

οξείες κρυολασίες

influenza grippes

κρυολασίες από γρίπη

chronic grippes

χρόνιες κρυολασίες

severe grippes

σοβαρές κρυολασίες

common grippes

κοινές κρυολασίες

mysterious grippes

μυστηριώδεις κρυολασίες

Example Sentences

he has the grippes, so he can't attend the meeting.

έχει γρίπη, οπότε δεν μπορεί να παρευρεθεί στη συνάντηση.

she caught the grippes from her coworker.

έχει πιάσει γρίπη από το συνάδελφό της.

during winter, many people suffer from grippes.

κατά τη χειμερινή περίοδο, πολλοί άνθρωποι πάσχουν από γρίπη.

the doctor advised him to rest because of his grippes.

ο γιατρός του συμβουλεύτηκε να ησυχάσει λόγω της γρίπης του.

grippes can spread quickly in crowded places.

η γρίπη μπορεί να διαδοθεί γρήγορα σε πυκνοκατοικημένους χώρους.

she took medicine to relieve her grippes symptoms.

πήρε φάρμακο για να ανακοπεί τα συμπτώματα της γρίπης της.

he missed work last week due to grippes.

έλειψε από τη δουλειά την περσινή εβδομάδα λόγω γρίπης.

staying hydrated is important when you have grippes.

η υδάτωση είναι σημαντική όταν έχετε γρίπη.

grippes can lead to serious health complications.

η γρίπη μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές υγειονομικές επιπλοκές.

vaccination can help prevent grippes outbreaks.

η εμβολιασμός μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη επιδημιών γρίπης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now