grouching

[US]/ˈgraʊtʃɪŋ/
[UK]/ˈgraʊtʃɪŋ/

Translation

n. ένας άνθρωπος που είναι αποτροπιασμένος ή παραπονιέται
vi. να παραπονιέται ή να εκφράζει αντιπαθεία

Phrases & Collocations

grouching tiger

κακόμουδρος τίγρης

grouching bear

κακόμουδρος παντήρας

grouching child

κακόμουδρο παιδί

grouching parent

κακόμουδρος γονιός

grouching dog

κακόμουδρο σκυλί

grouching employee

κακόμουδρος υπάλληλος

grouching friend

κακόμουδρος φίλος

grouching customer

κακόμουδρος πελάτης

grouching partner

κακόμουδρος σύντροφος

grouching neighbor

κακόμουδρος γείτονας

Example Sentences

he was grouching about the long wait at the restaurant.

είχε αναστατωθεί για την μακρά αναμονή στο εστιατόριο.

stop grouching and enjoy the party!

σταματήστε να αναστατώνετε και χαρείτε την παρέα!

she tends to start grouching when things don’t go her way.

είναι προδιατεταμένη να αναστατώνει όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως θέλει.

the kids were grouching about having to do their homework.

τα παιδιά αναστατώνονταν για το γεγονός ότι έπρεπε να κάνουν τις εργασίες τους.

he was grouching over the weather during the entire trip.

είχε αναστατωθεί για το καιρό κατά τη διάρκεια όλης της ταξιδιού.

she couldn't help grouching about the poor service.

δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην αναστάτωση για την κακή υπηρεσία.

they were grouching about the lack of options on the menu.

αναστατώνονταν για την έλλειψη επιλογών στο μενού.

he’s always grouching about his workload.

είναι πάντα αναστατωμένος για το βαρύ φορτίο εργασίας του.

instead of grouching, why not offer a solution?

αντί να αναστατώνετε, γιατί δεν προτείνετε μια λύση;

she found herself grouching more than usual lately.

τελευταία ένιωσε ότι αναστατώνεται περισσότερο από το συνήθη.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now