gumming

[US]/ˈɡʌmɪŋ/
[UK]/ˈɡʌmɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. η έκκριση της κόλλας; η πράξη εφαρμογής κόλλας
v. η πράξη εφαρμογής κόλλας σε κάτι; να μαστίζει με τα γόνατα
Word Forms
Pluralgummings

Phrases & Collocations

gumming up

πήχωση

gumming agent

πρόσθετο πήχωσης

gumming process

διαδικασία πήχωσης

gumming solution

λύση πήχωσης

gumming machine

μηχανή πήχωσης

gumming paper

χαρτί πήχωσης

gumming material

υλικό πήχωσης

gumming technique

τεχνική πήχωσης

gumming problem

πρόβλημα πήχωσης

gumming residue

υπόλοιπο πήχωσης

Example Sentences

the baby is gumming his toy.

το μωρό γουμαριέται στο παιχνίδι του.

she noticed the dog gumming on the bone.

παρατήρησε το σκύλο να γουμαριέται στο οστό.

gumming can help soothe teething pain.

το γουμαρίσμα μπορεί να βοηθήσει να ηρεμήσει τον πόνο από την εμφάνιση δοντιών.

the toddler enjoys gumming his snacks.

το μικρό παιδί απολαμβάνει να γουμαριέται τα γλυκά του.

parents should supervise their children while gumming.

οι γονείς πρέπει να επιβλέπουν τα παιδιά τους κατά το γουμαρίσμα.

gumming is a natural behavior for infants.

το γουμαρίσμα είναι μια φυσική συμπεριφορά για τα νεογέννητα.

she caught him gumming the edge of the book.

την πιάνει να γουμαριέται στην άκρη του βιβλίου.

gumming helps develop oral motor skills.

το γουμαρίσμα βοηθά στην ανάπτυξη των ομιχλικών δεξιοτήτων.

he was gumming his favorite stuffed animal.

γουμαριέται το αγαπημένο του μαλλινό ζώο.

gumming can be messy but is part of growing up.

το γουμαρίσμα μπορεί να είναι χαοτικό αλλά είναι μέρος της ανάπτυξης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now