gypsies

[US]/ˈdʒɪpsiːz/
[UK]/ˈdʒɪpsiːz/
Frequency: Very High

Translation

n. πληθυσμός των γυπσών; μέλος μιας παραδοσιακά περιοδευτικής λαογραφικής ομάδας; η γλώσσα των Ρομά.

Phrases & Collocations

gypsies travel

ταξιδεύουν οι παραδοσιακοί λαοί

gypsies dance

χορεύουν οι παραδοσιακοί λαοί

gypsies culture

πολιτισμός των παραδοσιακών λαών

gypsies music

μουσική των παραδοσιακών λαών

gypsies lifestyle

τρόπος ζωής των παραδοσιακών λαών

gypsies tradition

παράδοση των παραδοσιακών λαών

gypsies community

κοινότητα των παραδοσιακών λαών

gypsies history

ιστορία των παραδοσιακών λαών

gypsies fortune

τύχη των παραδοσιακών λαών

gypsies beliefs

πεποιθήσεις των παραδοσιακών λαών

Example Sentences

the gypsies traveled from town to town.

Οι Ρομά ταξίδευαν από πόλη σε πόλη.

many gypsies have a rich cultural heritage.

Πολλοί Ρομά έχουν πλούσιο πολιτιστικό κληρονομικό.

gypsies are known for their music and dance.

Οι Ρομά είναι γνωστοί για τη μουσική και τη χορό τους.

some people have misconceptions about gypsies.

Κάποιοι άνθρωποι έχουν λανθασμένες ιδέες για τους Ρομά.

the gypsies set up their camp near the river.

Οι Ρομά στήριξαν τη στήλη τους κοντά στον ποταμό.

gypsies often face discrimination in society.

Οι Ρομά αντιμετωπίζουν συχνά διάκριση στην κοινωνία.

many gypsies are skilled artisans and craftsmen.

Πολλοί Ρομά είναι εξειδικευμένοι τέχνιτες και κατασκευαστές.

gypsies have a unique way of life.

Οι Ρομά έχουν μια μοναδική τρόπο ζωής.

stories about gypsies are common in folklore.

Ιστορίες για Ρομά είναι κοινές στη λαογραφία.

gypsies often celebrate traditional festivals.

Οι Ρομά συχνά συμμετέχουν σε παραδοσιακές εορτές.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now