harlot

[US]/ˈhɑːlət/
[UK]/ˈhɑrlət/
Frequency: Very High

Translation

n. μια γυναίκα που εμπορεύεται τη σεξουαλική της δραστηριότητα; μια προσταγμένη; μια γυναίκα που θεωρείται πολιτικά ανεύθυνη ή ανεθική
Word Forms
Pluralharlots

Phrases & Collocations

fallen harlot

πεσμένη πορνεία

harlot's fate

το καταληκτικό της πορνείας

harlot's life

η ζωή της πορνείας

harlot of sin

πορνεία της αμαρτίας

harlot's charm

το πείραμα της πορνείας

harlot's trade

το εμπόριο της πορνείας

harlot's disguise

η διακριτική της πορνείας

harlot's wiles

τα χαμένα της πορνείας

harlot's song

το τραγούδι της πορνείας

harlot's whisper

το ψιθυρισμός της πορνείας

Example Sentences

the harlot walked the streets at night.

Η πανούκλα περπατούσε στις οδούς τη νύχτα.

he accused her of being a harlot.

Την κατηγόρησε ότι ήταν πανούκλα.

the novel depicted a harlot's struggles.

Το βιβλίο περιγράφει τις μάχες μιας πανούκλας.

she dressed like a harlot for the party.

Φόρεσε ρούχα όπως εκείνα της πανούκλας για τη γιορτή.

the town shunned the harlot.

Η πόλη αποκλείστηκε από την πανούκλα.

he fell in love with a harlot.

Έρωτασε μια πανούκλα.

they called her a harlot in whispers.

Τη λεγόταν πανούκλα με ψιθυριστά.

the harlot had many secrets.

Η πανούκλα είχε πολλά μυστικά.

in the story, the harlot found redemption.

Στην ιστορία, η πανούκλα βρήκε απολογισμό.

the harlot's life was filled with challenges.

Η ζωή της πανούκλας ήταν γεμάτη από προκλήσεις.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now