harmed

[US]/hɑːmd/
[UK]/hɑrmd/
Frequency: Very High

Translation

v. να προκαλέσει ζημιά ή τραύμα σε κάποιον ή κάτι

Phrases & Collocations

harmed by

που έχουν υποστεί ζημιές από

harmed animals

ζημιωμένα ζώα

harmed children

ζημιωμένα παιδιά

harmed environment

ζημιωμένο περιβάλλον

harmed parties

ζημιωμένες παρές

harmed individuals

ζημιωμένα άτομα

harmed communities

ζημιωμένες κοινότητες

harmed workers

ζημιωμένοι εργαζόμενοι

harmed rights

ζημιωμένα δικαιώματα

harmed relationships

ζημιωμένες σχέσεις

Example Sentences

the storm harmed many homes in the area.

το καταπραγματευτικό φαινόμενο έπληξε πολλές σπίτια στην περιοχή.

she felt harmed by the rumors spreading about her.

αισθήθηκε πληγωμένη από τις φήμες που διαδίδονταν για εκείνη.

the factory's pollution has harmed the local wildlife.

η ρύπανση της βιομηχανίας έχει πληγώσει την τοπική ζωή.

his comments harmed her reputation in the community.

τα σχόλιά του πλήγωσαν την εικόνα της στην κοινότητα.

the decision to cut funding harmed the school's programs.

η απόφαση να μειωθεί η χρηματοδότηση πλήγωσε τα προγράμματα του σχολείου.

many people were harmed during the conflict.

πολλοί άνθρωποι πλήγωσαν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

excessive screen time can harm children's eyesight.

υπερβολικός χρόνος στην οθόνη μπορεί να πληγώσει την όραση των παιδιών.

he was harmed in the accident last week.

πλήγησε στο ατύχημα που είχε την περασμένη εβδομάδα.

the policy changes harmed the most vulnerable populations.

τα μεταβλητά μέτρα πλήγωσαν τις πιο ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες.

neglecting mental health can harm overall well-being.

η αμελία της ψυχικής υγείας μπορεί να πληγώσει τη γενική καλή υγεία.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now