hated

[ΗΠΑ]/ˈheɪtɪd/
[ΗΒ]/ˈheɪtɪd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. past tense and past participle of hate; to dislike intensely; to be unwilling; to feel sorry for.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

hated you

σ' μισούσε

hated him

τον μισούσε

hated her

την μισούσε

hated them

τους μισούσε

hated it

το μισούσε

hated life

μισούσε τη ζωή

hated school

μισούσε το σχολείο

hated work

μισούσε τη δουλειά

hated change

μισούσε την αλλαγή

hated myself

μισούσα τον εαυτό μου

Παραδείγματα Προτάσεων

she hated waking up early for work.

Δεν της άρεσε να ξυπνάει νωρίς για τη δουλειά.

he hated the way people treated him.

Δεν του άρεσε ο τρόπος που τον αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι.

they hated losing the game.

Δεν τους άρεσε που έχασαν το παιχνίδι.

i hated the cold weather last winter.

Δεν μου άρεσε ο κρύος καιρός τον περασμένο χειμώνα.

she hated the taste of broccoli.

Δεν της άρεσε η γεύση του μπρόκολου.

he hated being late for meetings.

Δεν του άρεσε να αργεί στις συναντήσεις.

they hated the noise from the construction site.

Δεν τους άρεσε ο θόρυβος από το εργοτάξιο.

i hated the movie we watched last night.

Δεν μου άρεσε η ταινία που παρακολουθήσαμε χθες το βράδυ.

she hated the idea of moving to a new city.

Δεν της άρεσε η ιδέα να μετακινηθεί σε μια νέα πόλη.

he hated how much time it took to commute.

Δεν του άρεσε πόσος χρόνος χρειαζόταν για να πάει στη δουλειά.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα