haughtiest

[ΗΠΑ]/ˈhɔːti/
[ΗΒ]/ˈhɔːti/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

Παραδείγματα Προτάσεων

a look of haughty disdain.

a haughty British aristocrat.

a haughty, pedagogic manner.

A haughty girl is always unpopular at school.

They were displeased with her haughty airs.

He gave me a haughty look and walked away.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα