hauled

[US]/hɔːld/
[UK]/hɔld/
Frequency: Very High

Translation

v. παραταγμένη μορφή και παραταγμένος προσδιοριστικός του ρήματος haul

Phrases & Collocations

hauled away

μεταφερθεί από εκεί

hauled in

μεταφερθεί εδώ

hauled up

μεταφερθεί πάνω

hauled off

μεταφερθεί από

hauled back

μεταφερθεί πίσω

hauled out

μεταφερθεί έξω

hauled together

μεταφερθεί μαζί

hauled apart

μεταφερθεί χωριστά

hauled offsite

μεταφερθεί εκτός του χώρου

hauled around

μεταφερθεί περιοχή

Example Sentences

the truck hauled the heavy equipment to the site.

το φορτηγό μετέφερε το βαρύ εξοπλισμό στο σημείο.

she hauled the boxes up the stairs all by herself.

εκείνη μετέφερε τα κουτιά πάνω στις σκάλες μόνη της.

the fishermen hauled in their nets filled with fish.

οι ψαράδες έσπρωξαν τις δίχτυς που ήταν γεμάτες με ψάρια.

he hauled the sled through the deep snow.

εκείνος μετέφερε το χιονοσκιδονικό μέσα από το βαθύ χιόνι.

the workers hauled materials for the construction project.

οι εργάτες μετέφεραν υλικά για το έργο κατασκευής.

they hauled the old car to the junkyard.

εκείνοι μετέφεραν το παλιό αυτοκίνητο στο απόβλητο.

she hauled her suitcase across the airport.

εκείνη μετέφερε την τσάντα της από το αεροδρόμιο.

the team hauled their gear to the top of the mountain.

η ομάδα μετέφερε τα προσωπικά τους αντικείμενα στην κορυφή του βουνού.

he hauled the trash bins out to the curb.

εκείνος μετέφερε τα κάδους απορριμμάτων στην περιοχή του πεζοδρομίου.

the children hauled the sled back up the hill.

τα παιδιά μετέφεραν το χιονοσκιδονικό πίσω στην κοκκινή πλαγιά.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now