heathen

[US]/'hiːð(ə)n/
[UK]/'hiðn/
Frequency: Very High

Translation

n. ένας άνθρωπος που δεν πιστεύει στο Θεό, ένας μη πιστός
adj. χωρίς θρησκευτικές πεποιθήσεις, σχετικός με τους μη πιστούς.
Word Forms
Pluralheathens

Example Sentences

The missionaries tried to convert the heathen tribes.

Οι μισθοφόροι προσπάθησαν να μετατρέψουν τις αγριοκαταλειμμένες φυλές.

He was considered a heathen because he did not follow any organized religion.

Θεωρούνταν αγριοκαταλειμμένος γιατί δεν ακολουθούσε καμία οργανωμένη θρησκεία.

The heathen ritual involved dancing around a fire.

Η αγριοκαταλειμμένη τελετή περιελάμβανε χορό γύρω από μια φωτιά.

She referred to her neighbor as a heathen for not recycling.

Η αναφέρθηκε στον γείτονα της ως αγριοκαταλειμμένος για το γεγονός ότι δεν ανακυκλούσε.

The heathen festival was filled with music and dancing.

Η αγριοκαταλειμμένη εορτή ήταν γεμάτη μουσική και χορός.

The heathen customs were passed down through generations.

Οι αγριοκαταλειμμένες παραδόσεις μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά.

The heathen beliefs were deeply rooted in the culture.

Οι αγριοκαταλειμμένες πεποιθήσεις ήταν βαθιά ριζωμένες στην πολιτισμική περιοχή.

He was accused of being a heathen for questioning the traditional practices.

Τον κατηγόρησαν για αγριοκαταλειμμένο για την ερώτηση των παραδοσιακών πρακτικών.

The heathen temple was a place of mystery and intrigue.

Το αγριοκαταλειμμένο ναός ήταν ένας τόπος μυστηρίου και περιέργειας.

They considered the foreign travelers to be heathens due to their unfamiliar customs.

Θεώρησαν τους ξένους ταξιδιώτες ως αγριοκαταλειμμένους λόγω των ασυνήθων παραδόσεων τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now