hectic

[ΗΠΑ]/ˈhektɪk/
[ΗΒ]/ˈhektɪk/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. γεμάτος πυρετώδης δραστηριότητα· εξαιρετικά πολυάσχολος ή βιαστικός.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

hectic schedule

φορτωμένο πρόγραμμα

hectic lifestyle

φορτωμένος τρόπος ζωής

hectic work environment

φορτωμένο εργασιακό περιβάλλον

hectic pace

φορτωμένος ρυθμός

hectic day

φορτωμένη μέρα

Παραδείγματα Προτάσεων

a hectic business schedule.

ένα βεβιασμένο επαγγελματικό πρόγραμμα.

it's pretty hectic just now.

Είναι αρκετά χαοτικό αυτή τη στιγμή.

I spent a very hectic Sunday.

Πέρασα μια πολύ χαοτική Κυριακή.

a hectic social life could cost a packet .

Μια χαοτική κοινωνική ζωή μπορεί να κοστίσει πολλά χρήματα.

she is taking time out from her hectic tour.

Έχει πάρει ένα διάλειμμα από την χαοτική περιοδεία της.

Therefore suffer from the hectic phobophobia the alleged psychological disease which show the feeling of too much heavy and tiresome in life.

Ως εκ τούτου, υποφέρουν από την φοβοφοβία, την υποτιθέμενη ψυχολογική ασθένεια που δείχνει την αίσθηση υπερβολικής βαρύτητας και κουραστικής στη ζωή.

It was hectic at work today; I had so many phone calls and queries to answer that I didn't know whether I was on my head or my heels.

Ήταν χαοτικό στη δουλειά σήμερα. Είχα τόσες πολλές τηλεφωνικές κλήσεις και ερωτήσεις να απαντήσω που δεν ήξερα αν στεκόμουν στο κεφάλι ή στα πέλματα μου.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα